Πως να σας μιλήσω για τον κυρ-Αλέξανδρο;
Xρειάζεται κουράγιο για να μπορέσεις να προσθέσεις δυο λόγια της προκοπής σ όσα γράφτηκαν και γράφονται για το έργο του Παπαδιαμάντη. Και γω τέτοιο κουράγιο δεν έχω. Αυτά τα λόγια εξέφερε  ο Γιώργος Ρούσος σχολιάζοντας το έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Το Ονειρο στο Κϋμα» . Την ίδια αμηχανία ένιωσα και γω όταν αποφάσισα να μιλήσω για κείνον, για το έργο του και για την Σκιάθο το νησί του.
Σταχυολόγησα λοιπόν μερικές από τις σκέψεις, τις απόψεις που διατύπωσαν ,  αλλά και τα γεγονότα που αφηγήθηκαν οι λογοτέχνες, ποιητές και  πεζογράφοι  μέσα από το διάβα του χρόνου, τόσο οι σύγχρονοι όσο και οι μεταγενέστεροι, για τον Μεγάλο του λόγου Αλέξανδρο, τον εκηβόλο του πνεύματος,, το ξεχωριστό  τέκνο της Σκιάθου.
Όσο ακόμη ζούσε ο Παπαδιαμάντης, ο Κωστής Παλαμάς το έτος 1899 στο περιοδικό Τέχνη γράφει :   Η τέχνη του είναι να μην δείχνει καμιά τέχνη όχι μόνο στα λόγια του αλλά και στη σύνθεσι πολλές φορές των έργων του. Συχνά κόβει την ιστορία για να μας θυμίσει πως αυτά που γράφει είναι αγνή αλήθεια, πως αυτός δεν επινοεί, δεν μαγειρεύει ρομάντζα πως μόνο τις αναμνήσεις του συντάσσει και τις εντυπώσεις του μας εμπιστεύεται. Ο επιπόλαιος αναγνώστης  θα μπορούσε και μα αυτά  σιμά στη μεγάλη αλήθεια που απλώνεται σόλα αο ιστορήματα του Παπαδιαμάντη, να συμπεράνει πως ο άνθρωπος αυτός, μνήμη μόνον έχει και φαντασία σπυρί δεν έχει. Και όμως  δεν πιστεύω να  βρίσκεται ως την ώρα στη φιλολογία μας τεχνίτης, κατέχοντας τόσο ζωηρά την δυναμι που οι ψυχολόγοι ονομάζουν συμπαθητική φαντασία. Η παρατηρητικότης πρώτα και η θρησκευτικότης ύστερα γέννησαν μιά ζωή που με όλη της τη γερή  στρογγυλοπρόσωπη ροδοκοκινάδα δείχνει μια ψυχή στοχαστική. Μέσα στο παρατηρητή  είναι κι ένας ποιητής μιά ψυχολογία βελουδένιας απαλότητας με μιάν αλήθεια  που δεν έχει τίποτε ρομαντικό, τίποτε μελοδραματικό, τίποτε φρασεολογικό και  φορτωμένο, σκορπάει την ευωδία  μιάς μενεξεδένιας ποίησεως κι όλα  σφιχτοδεμένα αχώριστα. Ο Θεόκριτος με τον συναξαριστή η Μούσα του Παπαδιαμάντη μας οδηγεί στο γνώριμο χώμα που εμαρτύρησεν ο φτωχός άγιος, αλλά το χώμα αυτό  μοσχοβολά. Η μούσα αυτή είναι σαν τη Λαλιώ, τη Νοσταλγόν, παντρεμένη με τον πεζότατον κυρ Μοναχάκη που ζει σα βυθισμένη μες τον καιρό στο όνειρο της πατρίδας πέρα .Τρία χρόνια πρίν πεθάνει o κυρ Αλέξανδρος, το έτος 1908  ο Κωνσταντίνος Καβάφης αναφέρει   «Εις όσα έργα του εδιάβασα μου έκανεν  εντύπωσιν η περιγραφική του δύναμις. Με φαίνεται ότι είναι λαμπρά ασκημένος  στης περιγραφής την τριπλή ικανότητα, το ποιά πρέπει να λεχθούν, το ποιά να παραληφθούν, και εις ποία πρέπει να σταματηθή η προσοχή. Στα  ρόδινα ακρογιάλια είναι έκτακτα πετυχημένος ο γύρος του στη παραλία. Το καφενείο του γέρου Γαρτζίνου πρώτα, και έπειτα τα σπίτια των νοικοκυραίων να ξυπνούν σιγά σιγά ασφαλή.
Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας αποφαίνεται για τον κυρ Αλέξανδρο και την πατρίδα του τη Σκιάθο λέγοντας: «Όμορφη είναι η Σκιάθος του Θεού μα η Σκιάθος του Παπαδιαμάντη μου φαίνεται ωραιότερη. Όταν διαβάζω τον Παπαδιαμάντη μιά ιδέα μου έρχεται πάντα στό νού. Πως ο αληθινός ποιητής όπως κι άν την έυρη την ζωή πάντα ποιητής θα μείνει. Νάτος αυτός, όλα γύρω του λερωμένα όμως καθε, τι που θα γεννήσει η ψυχή του είναι γεμάτο αγνότητα και λαμπρότητα και ποίηση».
Και ο Μαλακάσης  παρεδέχεται «Τι κι άν δεν έγραψε στίχους. Είναι περισσότερο ποιητής απ όλους μας εμάς τους άλλους ποιητάς. Εμάς τους άλλους ποιητάς χάος μας χωρίζει από τον Παπαδιαμάντη.».
Ο Κώστας Βάρναλης που τον έζησε από κοντά αναφέρει «Τέσσαρα χρόνια ζήσαμε δίπλα στο μεγαλύτερο έλληνα διηγηματογράφο και κατά τη δίκαιη παραδοξολογία του Μαλακάση δίπλα στο μεγαλύτερο Ελληνα ποιητή. Τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Φτωχοντυμένος και συμμαζεμένος με τα γένια του και την ανθρωποφοβία του, απομωνομένος σταύρωνε τα χέρια του, έγερνε δίπλα  το ιερατικό του κεφάλι και βυθιζότανε στα δημιουργικά του  ονειροπολήματα, στην πραγματική  ζωή. Απόφευγε  να κοιτάει τον κόσμο. Τον εφοβότανε ; Ίσως. Είχε για βιωτικό του αξίωμα το λάθε βιώσας. Αυτός λοιπόν ο φτωχικός ο φοβισμένος, ο αμίλητος άνθρωπος του λαού, μας είχε επιβάλλει το σεβασμό χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Όταν αυτός καθότανε πέρα ή διάβαζε, η φωνακλάδικη και  ασεβέστατη παρέα μας χαμήλωνε τον τόνο για να  μην τον ανησυχήσει». (Ζωντανοί άνθρωποι 1939)
Οι γνώμες όμως των λογοτεχνών που τον γνώρισαν και έζησαν μαζί του δεν συμφωνούν πάντα για τον χαρακτήρα του. Η Μυρτιώτισσα που τον γνώρισε καλά θυμάται συγκεκριμένα περιστατικά που δεν συμφωνούν με την εντύπωσι που είχε ο Βάρναλης για τον κυρ Αλέξανδρο: Ενα βράδυ βροχερό και κρύο του δώσαμε ένα φλυτζάνι τσάι για να ζεσταθεί μα δεν το δέχθηκε , τώσπρωξε με κάποιαν απέχθεια και μας είπε απλά . «Δεν το συνηθίζω».Ίσως γιατί είναι φράγκικο πιοτό σκέφτηκα. Και το άλλο βράδυ του ετοιμάσαμε ζεστή φασκομηλιά. Με πόση ευχαρίστησι τη ρούφηξε μονομιάς. Ήταν σιωπηλός, όταν όμως ήταν κάτι που τον ενδιέφερε ή που τ αγαπούσε μιλούσε συνεχώς για κάμποση ωρα ,με μιά φωνή  σιγανή ψυθιριστή θ άλεγα, που μου φαινόταν  σαν ν αρχότανε από πολύ μακριά. «Μπορείτε και γράφετε στο καφενείο;» Τον ρώτησα σήκωσε τότε το κεφάλι του και άρχισε να μας μιλεί για το περίφημο εκείνο καφενείο του Μοναστηριακιού, πλέκοντας το εγκώμιο για τον καφετζή με θέρμη σα να ήταν μιά προσωπικότητα ξεχωριστή. «Μου δίνει καμιά φορά χαρτί και γράφω είναι άνθρωπος του θεού,» Ωστε αυτό ήταν  ας είναι ευλογημένος στον αιώνα ο αγαθός αυτός καφετζής .Ίσως χωρίς αυτόν πολλά από τα γοητευτικά του ανιστορήματα δεν θα βλεπαν το φως».
Και η Μυρτιώτισσα μονολογώντας συνεχίζει : Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι μόνον ο μεγαλύτερος διηγηματογράφος της εποχής του, αλλά και όλων των εποχών με ελάχιστα τεχνικά ,μέσα ανέβασε το έργο στην απόλυτη τελειότητα. Είναι ο πιό απλός, ο πιό ταπεινός, ειλικρινής συγγραφέας, που έβγαλε ο τόπος μας».
Δροσίνης το 1935 αναφέρει η Ελλάδα κλείστηκε μέσα μου, έχινε κόσμος της ψυχής μου πρίν ακόμη γράψω ποιήματα. ’Εγραψα αφού προηγουμένως έγινα Έλλην και τον ίδιο χαρακτήρα αποδίδω στον Παπαδιαμάντη και Μωραιτίδη, σε άλλους λιγώτερο στους νέους καθόλου
Έγραφε,  έψελνε,,   έπινε. το λιγοστό κρασάκι του, το ταπεινό φτωχό μεράκι του. Πένα ποτήρι και ψαλτήρι για της τέχνης το χατήρι. Γράφοντας,  με τη Σκιάθο του, το χώμα που τον γέννησε ,το χώμα που τον σκέπασε ,μιλούσε, ψάλλοντας στο θεο υμνούσε και τον παρακαλούσε, Ποιός ξέρει τι νατούλεγε και τι να του ζητούσε. Και πίνοντας ξεχνούσε Αναπλιώτη Νέα εστία
Οδυσσέας Ελύτης θεωρεί ότι ο Κυρ Αλέξανδρος άξιος εστί. Εκτός του ότι τον εμπλέκει ρητώς και κατηγορηματικώς στους στίχους του «Μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη», επιμένει να τον δοξάζει και με τον πεζόν αλλά δοξαστικόν του λόγον. «Λοιπόν μπορεί να φαίνεται τολμηρό κάτι περισσότερο τραβηγμένο απ τα μαλλιά .Μα θα έπρεπε κανείς να το πεί. Η νοοτροπία του Παπαδιαμάντη παρουσιάζςει πολλές αναλογίες μ αυτό που σήμερα ονομάζουμε ειρηνική επανάστασι και το συναντούμε στους νέους με το ατημέλητο παρουσιαστικό, τις σιωπηλές πορείες,  τα  λουλούδια στη θέσι των τουφεκιών τη παθητική διαμαρτυρία. Κάτι πέρα  από την παραδοσιακή αντίληψι για τη στάσι  που οφείλει να κρατάει,  όποιος βρίσκεται σε αντίθεσι με το κατεστημένο και θα φανεί λιγότερο υπερβολική μιά παρομοίωσι σαν αυτή, αν παρακολουθήσομε τα περιστατικά της ζωής του ένα προς ένα. Δεν θα καταδεχθεί τα διπλώματα ,δεν θα επιζητήσει ποτέ το να γίνει υπάλληλος, δεν  θα καταφύγει στη προστασία κανενός, δεν θα εκμεταλλευτεί καμιά ευκαιρία για να βγάλει χρήματα, δεν θα κυνηγήσει δόξες, Να ποιός ήταν ο άνθρωπος που δεν έκανε βεβαια έρωτα, αντι για να κάνει πόλεμο. ΄Εκανε  όμως γιορτή του, τα στήθη της Ματής και τα σφυρά της Μοσχούλας μέσα σε μιά υπέροχη πρωτομαγιά η σε μιά σεληνοφώτιστη νύχτα. Δεν κρατούσε ίσως το λουλούδι σαν όπλο αλλά κάτι καλύτερο, μας προσκαλούσε να το οσφρανθούμε ταπεινά στα περιβολάκια του νησιού του ή στους επιταφίους της πλάκας, αντί να οσφραινόμαστε την μπαρούτη των πολιτικών συζητήσεων στα θορυβώδη  καφενεία του καιρού του.

Οκτάβ Μερλιέ Γάλλος λόγιος φιλλέλλην, διεθυντής στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας συνάντησε τον Παπαδιαμάντη μέσα από τα κείμενά του και τον ακολούθησε δια βίου μεταφράζοντας και σχολιάζοντας τα έργα του. Η Σκιάθος μπορεί να είναι περήφανη που έδωσε στην ελληνική νεολαία έναν ωραίο ανθρώπινο τύπο. Ο Παπαδιαμάντης αντιπροσωπεύει σήμερα μιά από τις αγνότερες και σεμνώτερες μορφές του ελληνισμού.
Αν συναντήσεις τον κυρ Αλέξανδρο, μη βιαστείς να τον προσπεράσεις  στάσου πλάι του και χαιρέτησε τον ευλαβικά, κι άν  δυσκολευτείς να τον αναγνωρίσεις ψάξε τα μάτια του, όταν βρείς στο βάθος της σιωπής του την άγια οδύνη και τον εγκόσμιο ασκητισμό να είσαι σίγουρος πως είναι ο κυρ Αλέξανδρος, ο εκ Σκιάθου και εξ απάσης της γης αδελφός. Τότε θα  δείς και τις ματωμένες πληγές του. Σκύψε καθάρισέ τες και κοινώνησε απ αυτές, είναι ο μόνος πια τρόπος για να τον προσσεγγίσεις. Ο δρόμος για τη Σκιάθο του κυρ Αλέξανδρου σου είναι πιά ανοικτός. Και κει στα ρόδινα ακρογιάλια σε περιμένει ο ίδιος να σε καλωσορίσει και να σου δείξει τον κόσμο του.
.
Αυτοβιογραφικό του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Εγεννήθην εν Σκιάθω την 4ην  Μαρτίου του1841. Εβγήκα από το ελληνικόν σχολείον εις τα 1863 αλλά μόνον  το 1867 εστάλην εις το Γυμνάσιον Χαλκίδος όπου ήκουσα  την α΄ και την β΄ τάξιν. Την γ΄ τάξιν εμαθήτευσα εις Πειραιά. Είτα διέκοψα τας σπουδάς μου και έμεινα εις την πατρίδα. κατά Ιούλιον του 1872 επήγα εις το Αγιον όρος όπου έμεινα ολίγους μήνας. Το 1873 ήλθα  εις Αθήνας και φοίτησα εις την δ΄ του Βαρβακείου. Το 1874 ενεγράφην εις την φιλοσοφικήν σχολήν όπου ήκουα κατ εκλογήν ολίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ ιδίαν δε ησχολούμην εις τας ξένας γλώσσας. Μικρός εζωγράφιζα Αγίους, είτα έγραφα στίχους και εδοκίμαζα να συντάξω κωμωδίας. Το 1868 επεχείρησα να γράψω μυθιστόρημα. Το 1879  εδημοσιεύθη η «Μετανάστις» έργον μου εις τον Νεολόγον Κωνσταντινουπόλεως. Το 1881 εν θρησκευτικόν ποιημάτιον εις το περιοδικόν Σωτήρα. Το 1882 εδημοσιεύθη «οι ‘Εμποροι των Εθνών» εις το  μη Χάνεσαι, αργότερα έγραψα περί τα εκατόν διηγήματα ,δημοσιευθέντα εις διάφορα περιοδικά και εφημερίδας
Οι  τρείς Αδελφές τον υπηρετούν ως λαθρόβιοι άγγελοι.Το μικρό αναμμένο κηρίο δίπλα στο στολισμένο τζάκι. Ο βορηάς κτυπάει πόρτες και παράθυρα θυμώδης, κλαίει κρυφά και ψέλνει με αταραξία..
Χειμώνιασε πάλι πότε βαρύς και πότε αίθριος ο ουρανός μα πάντα σταυρωμένος από τον βοράν και  τα κύματα ακούγονται πλήττοντα μετά ρόχθου  την ακτήν. Χειμώνιασε οι καρδιές των ανθρώπων δίχως φώς και οι κραυγές του αέρα παγωμένες, Κρύο,  πολύ κρύο δίχως φώς ,κρύο της μελλούσης κρίσεως. Χειμώνιασε λοιπόν για τα καλά κι έξω χιονίζει, καιρός  ν αθίσουν οι φωτιές στις παραστιές και να ευωδιάσει ο Παπαδιαμάντης.
Η φωτιά είχε σβήσει στο τζάκι και το χιόνι έπεφτε όλο και πιο πυκνό και το καίκι με ολάνοικτα τα πανιά ξανοίγονταν στο πέλαγο που αστραποβολούσε από το φώς. Τώρα άρχιζε η ζωή του κυρ Αλέξανδρου σε τούτο το φώς που απλώνονταν γιορταστικά για το μεγάλο και ατέλειωτο ταξίδι στον χρόνον και πέραν απ αυτόν, στη ζωή και περα απ αυτή στο θάνατον και πέρα απ αυτόν
Επί τέλους η πραγμάτωσι του ονείρου. Ξημερώνιει η 3η του Γενάρη του 1911 έξω ακόμη χιονίζει. Αγαλλιάσεται η ψυχή του επί τω κυρίω.
Στο παραγώνι της πατρώας θρησκείας ο άγιος Αλέξανδρος της Σκιάθου έχων πικρόν έρωτα δια την Ελλάδα έρχεται τις καθημερινές και τις μεγάλες γιορτές μας εγγίζει προς σωφρονισμόν και παρηγορία καίτοι θανών.
Αν συναντήσεις τον κυρ Αλέξανδρο  μην τον προσπεράσεις στάσου κοντά του χαιρέτισέ τον ευλαβικά και ρωτησέ τον για την  παράδεισο τη δική του παράδεισο. Μη θαρρείς πως θ αρνηθεί να σ άπαντήσει ή πως θα δείξει τον δρόμο που περνάει μέσα από την άρνησι της ζωής και τον απόλυτο ασκητισμό. Ο κυρ Αλέξανδρος έκλεινε πολλήν  αγάπη μέσα του για να δώσει τέτοιαν απόκριση. Από χρόνια από τότε που κοιμήθηκε εν ειρήνη για να αναστηθεί και ναρθεί κοντά μας για πάντα σε περιμένει να τον πλησιάσης και να κουβεντιάσεις μαζί του απλά και φιλικά. Να του ιστορήσεις τους καημούς σου και τα πάθη σου και να ακούσει τη φωνή σου. Ξέρει καλά γιατί κι ίδιος έζησε την πικρή αλήθεια του συλλογισμού του. Σα νάχαν ποτέ τελειωμό τα πάθη και  οι καημοί του κόσμου. Κι άν δεν έχουν τελειωμό υπάρχει δρόμος μυστικός  ........ για να μπορέσεις να τα ξεπεράσεις.
Αλεξάνδρα Σταυρακάκη