Ο Ελληνικός Πολιτιστικός Ορειβατικός Σύλλογος Φυλής και το Κέντρο Ξένων Γλωσσών και Πληροφορικής «Αννας Ζουμπουλάκη» στις 18 Μαρτίου 2005, ώρα 8.30 μ.μ. παρουσιάζουν μια βραδιά αφιερωμένη στον ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ  ΚΑΒΑΦΗ  «τον ΕΛΛΗΝΙΚΟ».

Έναρξη με μουσική μελοποιημένων στίχων  του Κ. Καβάφη από τον Θ. Μικρούτσικο και Γ. Γλέζο

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

d

ΜΥΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΤΟΥ 340 Π.Χ.
Απαγγελία από την  Ελλη Λαμπέτη

1.    ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ
( παράλληλη προβολή διαφανειών από τη ζωή του ποιητή )

2.    Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΑ ΚΑΒΑΦΗ

3.    ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΧΟΛΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΚΑΒΑΦΙΚΑ
(ακολουθεί απαγγελία ποιημάτων)

ΤΑ ΚΕΡΙΑ

Η ΠΟΛΙΣ

Η ΣΑΤΡΑΠΕΙΑ

ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ ΑΝΤΙΟΧΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΚΟΜΑΓΗΝΗΣ

ΑΠΟΛΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ

ΤΟ 31 π.Χ. ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

ΟΥΚ ΕΓΝΩΣ

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ
(ακολουθεί συζήτηση σχετικά με το παραπάνω ποίημα από τους παρευρισκομένους)

d

16 παραλλαγές του «Greensleeves to a ground» για φλάουτο, Ανώνυμου Συνθέτη
Παίζει Φλάουτο η  Ξένια Παρανίδου

Διαβάζουν οι ηθοποιοί :
Κώστας Μητράκας, Αναστασία Γκαρά, Πηνελόπη Γουρδέα, Ιωάννα-Βικτωρία Πιατά

Κείμενα – επιλογή ποιημάτων : Αλεξάνδρα Σταυρακάκη
Επιλογή μουσικής - Προβολή διαφανειών : Μανώλης Γρυλλάκης
Σκηνοθεσία : Μανώλης Γρυλλάκης

Το αφιέρωμα στον Ελληνικό Κωνσταντίνο Καβάφη διοργανώθηκε από το Δ.Σ. του Ελληνικού Πολιτιστικού Ορειβατικού Συλλόγου Φυλής και πραγματοποιήθηκε στις 18 Μαρτίου 2005 στα Φροντιστήρια Ξένων Γλωσσών & Πληροφορικής της Άννας Ζουμπουλάκη.
Η απαγγελία ποιημάτων και η ανάγνωση των κειμένων έγινε από τους Κώστα Μητράκα, Πηνελόπη Γουρδέα, Ιωάννα Πιατά και Αναστασία Γκαρά.  Η σκηνοθεσία, η επιλογή μουσικής και η προβολή διαφανειών έγινε από τον Μανώλη Γρυλλάκη. Οι φωτισμοί από τον Σωτήρη Περέα. Φλάουτο έπαιξε η Ξένια Παρανίδου. Βοήθησε η Καλλιόπη Δηλαβεράκη.
Η εκδήλωση αυτή λόγω της αποδοχής που είχε από το κοινό, επαναλήφθηκε στις 6-11-2005 στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Χολαργού. Τα έσοδα από την εκδήλωσιν αυτήν διατέθηκαν στην Εταιρεία  Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου.
Η Απαγγελία ποιημάτων και η ανάγνωση των κειμένων έγινε από τους ηθοποιούς  Υβόννη Μαλτέζου , Χρήστο Στέργιογλου,  Κώστα Μητράκα,  και Πηνελόπη Γουρδέα,. Φλάουτο έπαιξε η Δάφνη  Μπινιάρη.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ
Αισθάνομαι την ανάγκη και το χρέος να ευχαριστήσω θερμά του Δ.Σ.  του Ε.Π.Ο.Σ. Φυλής που μου έδωσε την ευκαιρία να αναδείξω τον Ελληνικό Κωνσταντίνο Καβάφη και το έργο του.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ίσως  ο χαρακτηρισμός «Ελληνικός» για τον ποιητή Κωνσταντίνο Καβάφη να ξενίσει τον αναγνώστη και να του προκαλέσει έντονες απορίες. Ο Καβάφης στο ευρύ κοινό αλλά και στους λογοτεχνικούς κύκλους είναι γνωστός ως Αλεξανδρινός. «Αλεξανδρινός δια Αλεξανδρινόν γράφει» με τις λέξεις αυτές γραμμένες στην ελληνική γλώσσα τελειώνει το βιβλίο του με τίτλο «ΚΑΒΑΦΗΣ»  ο Άγγλος Robert Liddell, φιλέλληνας πνευματικός άνθρωπος και συγγραφέας,
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης είχε την τύχη να γεννηθεί και να ζήσει στην Αλεξάνδρεια, την ονειρική πόλι την πόλι των αντιθέσεων και των αντιφάσεων που παρ’ όλο τον υλισμό και τη δυσμορφία της υπήρξε μιά πόλις της ψυχής. Επομένως ο χαρακτηρισμός Αλεξανδρινός σηματοδοτεί την προσωπικότητα του ποιητή και την ποιότητα του έργου του.
Όμως εκτός απ΄αυτό το γεγονός, θεωρώ ότι αυτό που καθώρισε και σφράγισε τον άνθρωπο και ποιητή Καβάφη είναι ακόμη βαθύτερο και ιερότερο από την τότε κοινωνικήν κατάστασιν και την ατμόσφαιρα της Αλεξάνδρειας. Είναι αφ’ ενός η ελληνικότητα που πρυτάνευε και ανάσαινε στον ευρύτερο χώρο κατά την εποχή που έζησε ο ποιητής στην πόλιν αυτήν, και εφ’ ετέρου η  ελληνική παιδεία που απέκτησε ο ποιητής «κτήμα ες αεί» και ό,τι αυτή μεταλαμπαδεύει εις το νυν και αιέν .
Τα κείμενα, πεζός και ποιητικός λόγος αλλά και τα στοιχεία που παρατίθενται αποδεικνύουν ότι δεν αποδίδεται ματαίως ή ανεπιτυχώς ο χαρακτηρισμός «Ελληνικός» στον Κωνσταντίνο Καβάφη.

Ο      Π Ρ Ο Λ Ο Γ Ο Σ

Β Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Κ Α      Σ Τ Ο Ι Χ Ε Ι Α
Το έτος 1863 στην καρδιά της άνοιξης ( 29 του Απρίλη) πρωταντίκρυσε τον Αλεξανδρινό ουρανό  και την μεσόγειο, ο ποιητής που διεύρυνε τους ορίζοντες της  ελληνικής ποίησης. Ο Κωνσταντίνος Πέτρου Καφάβης. Ήταν το στερνοπαίδι της Χαρίκλειας Καβάφη  το γένος Φωτιάδη μιάς  από τις παλαιότερες  οικογένειες από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης και του Πέτρου Καβάφη μεγαλέμπορου βαμβακιού.
Η μητέρα του Χαρίκλεια ήταν απαρηγόρητη από τον πρόσφατο χαμό της μοναδικής κόρης της Ελένης. Σε κάθε εγκυμοσύνη της ήλπιζε σε μια δεύτερη Ελένη και στην τελευταία της αποκαλούσε το αγέννητο παιδί της δηλ. τον μελλοντικό ποιητή με το όνομα Ελένη. Όταν γέννησε αγόρι τον ονόμασαν Κωνσταντίνο. Ίσως αυτό το όνομα να το θεωρούσαν αντίστοιχο του θηλυκού ονόματος Ελένη για τα αγόρια, αφού οι άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη γιορτάζουν την ίδια μέρα. Η μητέρα του έντυνε τον Κωνσταντίνο με φορέματα και άφηνε τις μπούκλες του να μακραίνουν όσο αυτό ήταν δυνατόν. Ήταν πάντα το αγαπημένο της παιδί, ο Βενιαμίν της.
Τα πρώτα παιδικά βιώματα στην Αλεξάνδρεια στέφθηκαν από ευμάρεια και οικογενειακό πλούτο. Η οικογένεια «ζούσε Μεγάλα» στο δεύτερο πάτωμα της αριστοκρατικής οδού Σερίφ της Αλεξανδρείας διατηρώντας Γάλλο παιδαγωγό, Αγγλίδα τροφό, Έλληνες υπηρέτες, Ιταλό αμαξά και Αιγύπτιο θυρωρό.
Το πρώτο πλήγμα που δέχθηκε η ευαίσθητη ιδιοσυγκρασία του Καβάφη, στην ηλικία των επτά ετών, ήταν ο πρόωρος θάνατος του πατέρα του το 1870. Από τότε άρχισε η σταθερή πορεία της οικογένειας πρός την οικονομική παρακμή. Μετά από δύο χρόνια η μητέρα του Χαρίκλεια αναγκάζεται να διαλύσει το αρχοντικό της στην οδό Σερίφ και να φύγει με τα εννέα παιδιά της στην Αγγλία, όπου θα παραμείνει έξη χρόνια. Σ’ αυτό το διάστημα ο Κωνσταντίνος θα μάθει σε βάθος την αγγλική γλώσσα και θα καλλιεργήσει την έμφυτη ροπή του προς τα γράμματα.
Ο ποιητής 15 ετών επιστρέφει με την οικογένεια του στην Αλεξάνδρεια. Την επόμενη τριετία ο φιλομαθής Κωνσταντίνος αρχίζει να μελετά και να εργάζεται πνευματικά μόνος, από τις δανειστικές βιβλιοθήκες της Αλεξανδρείας. Στην συνέχεια εντάσσεται σε οργανωμένο εκπαιδευτικό σύστημα, στο εμποροπρακτικό Λύκειο Ερμής, όπου φοιτά με τους παιδικούς του φίλους Στέφανο Σκυλίτση, Μικέ Ράλλη και Κίμωνα Περικλή.
Εξ αιτίας της  εθνικιστικής επανάστασης του Αραμπί και των ταραχών που ακολούθησαν που καθιστούσαν τη θέση των εκεί ευρωπαίων επισφαλή το έτος 1882  η οικογένεια Καβάφη μετακινείται στην Πόλη. Εκεί για τρία έτη  θα παραμείνει φιλοξενούμενη  από τον Φαναριώτη παππού, Γεωργάκη Φωτιάδη. Η περίοδος αυτή υπήρξε καθοριστική για την μετέπειτα πορεία του Κωνσταντίνου που στρέφεται σε διάφορες κατευθύνσεις. Σύμφωνα με τις βιογραφικές σημειώσεις της Ρίκας Σεγκοπούλου  «ο ομοσεξουαλισμός του άρχισε να εκδηλώνεται το 1883». Ο ποιητής στην Πόλη έζησε με δυό διαφορετικές συγγενικές οικογένειες που έμεναν σε διαφορετικές γειτονιές και δεν τα πήγαιναν καλά μεταξύ τους. Εκμεταλλεύτηκε λοιπόν την κατάστασι και περνούσε τη νύχτα έξω που και που χωρίς οι κινήσεις του να γίνονται αντιληπτές.
Την ίδια περίοδο είχε εκφράσει την επιθυμία του στην Νονά του Αμαλία Πιταρίδου, να τον βοηθήσει να ακολουθήσει πολιτική και δημοσιογραφική σταδιοδρομία. Συγχρόνως η ατμόσφαιρα της Πόλης εκείνη την εποχή προκαλεί στον Καβάφη ψυχική ευφορία.  Αρχίζει να γράφει τα πρώτα του ποιήματα «Ο Βειζαδές προς την ερωμένη του»  το 1884, το «Νιχώρι» το έτος 1885. Οι πρώτες αυτές ποιητικές απόπειρες βρίσκονται όπως είναι φυσικό κάτω από την άμεση επίδραση της Αθηναϊκής Σχολής του ρομαντισμού. (Ραγκαβής, Σούτσος). Διακρίνονται για την καθαρεύουσα γλώσσα, την απαισιόδοξη φιλοσοφία, και τον πεισιθανάτιο αθηναϊκό ρομαντισμό. Οπως π.χ.
«  Το άνθος μαραίνεται,
ο βίος περνά,
και μόνον ο θάνατος ,
επλάσθη αθάνατος ,
αυτός δεν γερνά. »
Τον Οκτώβρη του έτους 1885 επιστρέφει στην γενέτειρά του μαζί με την μητέρα του και τους αδελφούς του Αλέξανδρο και Παύλο. Τότε είναι που θα αρνηθεί την αγγλική υπηκοότητα, την οποία είχε ο πατέρας του από το 1850, και θα προτιμήσει την ελληνική ιθαγένεια. Θα γίνει  «Ελληνικός ,-όχι Έλλην ούτε Ελληνίζων» όπως έλεγε ο ίδιος χαρακτηρίζοντας τον εαυτόν του.
Τα έτη 1889-1892 προσλαμβάνεται ως άμισθος Γραμματέας στην υπηρεσία Αρδεύσεων. Το 1891 υπήρξε σημαντική χρονιά για τον ποιητή. Εκδίδει σε μονόφυλλα το πρώτο πραγματικά αξιόλογο ποίημά του «Κτίσται» και δημοσιεύει τα πιό σημαντικά πεζά του κείμενα όπως τα δύο περί Ελγινείων, δηλ. περί των μαρμάρων του Παρθενώνα που παρουσιάζουν δημόσια την πλευρά του ποιητή. Σ’ αυτά τα έργα του προβάλλονται οι κύριες αρετές του φιλολόγου και κριτικού Καβάφη: καθαρή σκέψη, λεπτές παρατηρήσεις, ενάργεια και σαφήνεια στη διατύπωση. Την ίδια χρονιά πειραματίζεται δημιουργικά γράφοντας ένα «δυσυπόστατο ποίημα» στο οποίο ενσωματώνει μεταφρασμένες περικοπές από το περίφημο ποίημα του Μπωντλέρ «Ανταποκρίσεις». Το ποίημα του αυτό κατέχει θεμελιακή θέση στην ιστορία του ευρωπαϊκού συμβολισμού. Εξ άλλου την δεκαετία που ακολουθεί ο ποιητής θα έχει μιά σπουδαία θητεία στα κινήματα του Παρνασσισμού και του συμβολισμού που θα διαδραματίσουν καθοριστική σημασία στην ποιητική του προσπάθεια.
Την εξαετία 1893 –1899 γράφει μερικά από τα σημαντικότερα ποιήματά του όπως «τα Κεριά»,  «Στην ίδια Πόλι» πρώτη γραφή του ποιήματος «Πόλις», «Ένας Γέρος», «Τα Τείχη», «Τα παράθυρα», «Περιμένοντας του Βαρβάρους».  Το 1899 επιχειρεί  ταξίδι αναψυχής στο Κάιρο.
Το έτος 1896 συνεργάζεται με μία εφημερίδα της Αλεξανδρείας «Φάρος της Αλεξανδρείας» και χαρακτηρίζεται «Σκεπτικιστής, φιλοσοφικός, μελαγχολικός με ειρωνική πικρία» από τον  Τσοκόπουλο.
Το 1899 πεθαίνει η μητέρα του Χαρίκλεια την οποία λάτρευε. Τεκμήριο αυτής της αγάπης προς την μητέρα του είναι ένα μικρό στενογραφημένο ημερολόγιο στο οποίο κατέγραψε αναδρομικά διάφορα στιγμιότυπα από την ζωή, την αρρώστια και τις τελευταίας στιγμές της. Η πρώτη περίοδος μετά τον χαμό της μητέρας του σημαδεύεται από συνεχείς μετακινήσεις. Πηγαίνει στο Κάιρο.
Το 1902 έρχεται στην Αθήνα όπου γνωρίζεται με τον Πολέμη και τον Ξενόπουλο. Η σημασία αυτού του ταξιδιού στην πατρίδα του την Ελλάδα, είναι μεγάλη όπως προκύπτει από το ημερολόγιο που κράτησε με πολλές λεπτομέρειες στα αγγλικά. Επίσης σε μιά επιστολή του προς μία εξαδέλφη του εξομολογείται ότι πηγαίνοντας στην Αθήνα αισθανόταν, όπως ένας πιστός  που πηγαίνει προσκυνητής στη Μέκκα. Το ίδιο έτος γράφει τη στιχουργική μελέτη: «Η συνάντηση των φωνηέντων εν τη προσωδία», κείμενο που μαρτυρεί την βαθιά γνώση της νεοελληνικής ποιητικής παράδοσης. Το επόμενο έτος ταξιδεύει και πάλι στην Αθήνα όπου γνωρίζεται με τον ποιητή Λάμπρο Πορφύρα,  ενώ στις 30 του Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς δημοσιεύεται στα Παναθήναια το ιστορικό άρθρο του Ξενόπουλου για τον Καβάφη με τίτλο «’Ενας  Ποιητής». Την ίδια χρονιά γράφει ένα σημαντικό πεζό κείμενο, τον φιλοσοφικό έλεγχο των ποιημάτων του, που είναι γνωστό με τον τίτλο «Ποιητική».
Το 1907 εγκαθίσταται στο περίφημο σπίτι-εργαστήριο της οδού Λέψιους που θα περάσει και το υπόλοιπο του βίου του, δημιουργώντας το σημαντικότερο τμήμα του έργου του τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά.
Ίσως η πιο σημαντική χρονιά για το έργο του Καβάφη να είναι το έτος 1911. Πενήντα δύο ετών ο ποιητής αποκτά την προσωπική του φωνή. Συγκροτεί τη δική του ποιητική περιοχή η οποία κατά τον ίδιο διαγράφει τρείς μεγάλους κύκλους οι οποίοι συχνά συμπλέκονται μέσα στο πλαίσιο του ίδιου του ποιήματος. Είναι ο φιλοσοφικός, ο ιστορικός και ο ηδονικός κύκλος με βάση τους οποίους διακρίνεται η ποίησή του σε φιλοσοφική, ιστορική και ηδονική. Από καλλιτεχνική άποψη είναι πιά φανερό ότι ο ποιητής πέρασε στην περίοδο του ποιητικού ρεαλισμού.
Κατά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο  πολλοί Άγγλοι λόγιοι συγκεντρώνονται στην Αίγυπτο Έτσι ο Καβάφης θα κάνει την πιό σημαντική γνωριμία της ζωής του. Συνδέεται με στενή φιλία με τον γνωστό Άγγλο μυθιστοριογράφο Έντουαρντ Μόργκαν Φόρστερ, όπως προκύπτει και από την αλληλογραφία τους. Αντάλλαξαν 52 επιστολές εκ των οποίων 29 ήταν του Φόρστερ και 23 του Καβάφη.  Ο Φόρστερ  5 χρόνια αργότερα θα παρουσιάσει τον ποιητή στο Αγγλικό κοινό.
Το έτος 1916 παρακολουθεί διαλέξεις που διοργανώνει το περιοδικό «Γράμματα» και γνωρίζει τους Τίμο Μαλάνο μετέπειτα λάβρο καβαφιστή και τον Περίδη.
Το έτος 1917 ανανεώνεται το συμβόλαιόν του με την υπηρεσία αρδεύσεων για άλλα πέντε ακόμη χρόνια. Την ίδια χρονιά γνωρίζεται με ένα άλλο μυθικό πρόσωπο της Καβαφικής βιογραφίας τον Αλέκο Σεγκόπουλο,  γενικό κληρονόμον του μετά τον θάνατόν του, κατά μερικούς παράνομο γυιό του και κατά άλλους ερωτικό του σύντροφο και φίλο.
Τον μήνα Απρίλιο του έτους 1922 παραιτείται από την υπηρεσία αρδεύσεων και χωρίς καμιά περίσπαση  θα αφοσιωθεί με την συμπλήρωση του ποιητικού του έργου «Επί τέλους ελευθερώθηκα από αυτό το μισητό πράγμα» Γράφει στο ημερολόγιό του.
Ένα χρόνο μετά πεθαίνει ο τελευταίος εν ζωή αδελφός του Τζον, ο πιό αγαπητός αδελφός του ποιητή αφού πέρα από τη στοργή και την αγάπη που του έδειξε σε όλη του τη ζωή ιδίως στα νεανικά του χρόνια, υπήρξε και ο πρώτος θαυμαστής φίλος και μεταφραστής του έργου του.
Η κυβέρνηση του δικτάτορα Παγκάλου το έτος 1926 του απονέμει το παράσημο του Φοίνικος διάκριση την οποία ο ποιητής αποδέχεται υποστηρίζοντας ότι: «Το παράσημο μου το απένειμε η Ελληνική Πολιτεία και γι αυτό το κρατώ».Ένα χρόνο αργότερα γνωρίζεται με τον Νίκο Καζαντζάκη .Το έτος 1928 στο περιοδικό «Εντευκτήριο των Γραμμάτων» υπερασπίζεται τον Σικελιανό και ειρωνεύεται τον Σκίπη.
Το έτος 1930 ο Καβάφης αρχίζει να υποφέρει από τον λάρυγγά του. Δυό χρόνια αργότερα οι γιατροί διαπιστώνουν καρκίνο του λάρυγγος.  Έρχεται στην Αθήνα όπου υποβάλλεται σε τραχειοτομή. Ο ποιητής έχει χάσει πιά την φωνή του. Σημειώνει μόνο σε μερικά χαρτιά διάφορες παραγγελίες συνήθως πρακτικής φύσης. Την ίδια χρονιά ο Δημήτρης Μητρόπουλος μελοποιεί δέκα ποιήματά του.
Ένα χρόνο μετά επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια με την υγεία του να χειροτερεύει συνεχώς. Το τελευταίο του ποίημα το δουλεύει κλινήρης. Αρχές Απριλίου του 1933 μεταφέρεται στο Ελληνικό Νοσοκομείο. Στις 29 Απριλίου ημέρα Σάββατο παθαίνει συμφόρηση και αφήνει τον κόσμο τούτο την ημέρα των γενεθλίων του στις 2 η ώρα το πρωί.
Τα ποιήματα του μελοποιήθηκαν από 60 μουσικοσυνθέτες Μάνο Χατζηδάκη, Νικηφόρο Ρώτα, Δήμο Μούτση, Γιάννη Γλέζο, Μίκη Θεοδωράκη, Θάνο Μικρούτσικο, Αργύρη Κουνάδη, Αντίοχο Ευαγγελάτο, Αλέξανδρο Καρόζα. Πριν  χρόνια ο Γιάννης Σμαραγδής ετόλμησε και μετέφερε τη ζωή του ποιητή στον κινηματογράφο με αρκετή ευστοχία. Τον ρόλο του ποιητή υποδύθηκε ο ηθοποιός Δημήτρης Καταλειφός.

Η     Δ Ε Σ Ι Σ

1. ΤΑ ΚΕΡΙΑ
Το ποίημα γράφτηκε τον Αύγουστο του έτους 1893. Δημοσιεύθηκε το 1899 στο Εθνικόν Ημερολόγιον του έτους 1900. Θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ποίημα – πιλότος. Είναι περισσότερο προσιτό στο ευρύ κοινό. Ο Ξενόπουλος το 1903 στο περιοδικό Παναθήναια το παραθέτει αυτούσιο.
Ο ίδιος ο ποιητής στα μικρά Καβαφικά στοχάζεται και εκφράζεται με τα εξής «Τι απατηλό πράγμα που είναι η τέχνη ,όταν θέλεις να  εφαρμόσεις ειλικρίνεια. Κάθεσαι και γράφεις-εξ εικασίας πολλάκις- δια αισθήσεις και έπειτα αμφιβάλλεις με τον καιρό αν επλανήθης. Έγραψα τα Κεριά, τες Ψυχές των Γερόντων και τον Γέρο. Προχωρώντας προς το γήρας η προς την μέσην ηλικίαν ηύρα που το τελευταίο μου ποίημα δεν περιέχει σωστή εκτίμησι .Τα Κεριά ελπίζω να είναι ασφαλή». Και παρακάτω εξηγεί «Τα Κεριά δεν είναι αλληγορικόν αλλά είναι οραματικόν ποίημα. Το οραματικόν ύφος δεν απαιτεί λογικήν εξέλιξιν των αντικειμένων διότι δεν μεταχειρίζεται τα αντικείμενα εν ενεργεία αλλά εν εικόνι».
Το ολοκλήρωμα του ποιήματος είναι μιά ακέραια σύνθετη παρομοίωση. Ο ποιητής μέσα από την εικόνα των κεριών που ανάβουν ζεσταίνουν, σβήνουν καπνίζουν λιώνουν κυρτώνουν και κρυώνουν, εκφράζει την σχέση του με τον χρόνο το μέλλον, το παρόν και το παρελθόν,  την επιθυμία του για τη ζωή αλλά και τον φόβο του θανάτου.

2. Η  ΠΟΛΙΣ
Πρωτογράφτηκε τον Αύγουστο του έτους 1894 με τον αρχικό τίτλο «Στην ίδια Πόλι» και κατατάχθηκε στην θεματική ενότητα  «Φυλακαί». Η μορφή εκείνη δημοσιεύθηκε το έτος 1948. Τον Απρίλιο του έτους 1910  το ποίημα με τον τίτλο «Η Πόλις» δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Νέα Ζωή».
Σε τέσσαρες θεματικές του συλλογές αυτό το ποίημα Η Πόλις  και το ποίημα Σατραπεία αποτελούν τα θυρόφυλλα που εισάγουν στην Καβαφική ποίηση.  
Το ποίημα αυτό προβάλλει το καβαφικό τοπίο, την μοίρα του εσωτερικού χώρου της ύπαρξης που μετακινείται διαρκώς ο  ποιητής, τον οποίον υποβάλλει στον αναγνώστη.  Η υποβολή είναι ένα  λογοτεχνικό μέσον ή μάλλον ύφος δια του  οποίου ο ποιητής εμμέσως εκφράζει και μεταλαμπαδεύει τις ιδέες του και τα συναισθήματά του στον αναγνώστη ούτως ώστε να προκαλέσει την  πλήρη μέθεξη του σ αυτά.
Σε ξενόγλωσση επιστολή του  που έγραψε το έτος 1895/1896 ο ποιητής ασκεί την αυτοκριτική του για την στιχουργία του και την ομοιοκαταληξία αναφέροντας ότι : «Το παράκαμα και κάπως στριμώχτηκα από τις απαιτήσεις του μέτρου και φοβούμαι ότι δεν έβαλα στη δεύτερη στροφή όλα όσα θα έπρεπε να έχουν μπεί σε αυτήν. Υπάρχει μιά κατηγορία ποιημάτων που ο ρόλος τους είναι να υποβάλλουν. Το ποίημα αυτό ανήκει σε αυτήν την κατηγορία. Έχω την πεποίθησι πως οι στίχοι μου θα υποβάλουν σε έναν καλλιεργημένο καλοπροαίρετο αναγνώστη, μιάν εικόνα της βαθειάς της ατελεύτητης απελπισίας, την οποία περιέχουν, μα δεν μπορούν να αποκαλύψουν ολόκληρη.»
Το αποτέλεσμα θα το διαπιστώσετε μετά την απαγγελία του ποιήματος.

3. ΙΘΑΚΗ
Γράφτηκε τον Οκτώβριο του έτους 1910. Πολύ διαφορετικό πρόπλασμα του ποιήματος αυτού είναι το ποίημα με τον τίτλο «Δευτέρα Οδύσσεια» που ο Καβάφης έγραψε τον Ιανουάριο του έτους 1894 .Το έτος 1911 το ποίημα «Ιθάκη» δημοσιεύεται στο περιοδικό Ελληνικά Γράμματα.
Είναι ποίημα αλληγορικό. Άλλο λέει και άλλο εννοεί. Το ποίημα του αυτό δεν το εμπνεύστηκε από ιστορικά γεγονότα, αλλά από την ελληνική μυθολογία και ιδίως από το Ομηρικό έπος την Οδύσσεια. Η Ιθάκη είναι γνωστό σε όλους ότι είναι η πατρίδα του Οδυσσέα του πολύτροπου. Η Οδύσσεια είναι έργο πολυσήμαντο, πολύτροπο θα έλεγα για να χρησιμοποιήσω την γλώσσα του δημιουργού της. Ο  Όμηρος, μέσα από τις περιπέτειες του Οδυσσέα που περιγράφονται σε πρώτο πλάνο, εκφράζει το ατίθασο ελληνικό πνεύμα και  παρέχει πληροφορίες για τους τόπους τους, τους ανθρώπους και τις περιπέτειες που γνώρισε και έζησε ο  ήρωάς του. Σε δεύτερη αλλά κυρίαρχη γραφή, φωτίζει έντονα την σφοδρή επιθυμία του Οδυσσέα να επιστρέψει στην πατρίδα του, εκφράζει το νόστιμον ήμαρ δηλ την ημέρα εκείνη που ο Οδυσσέας θα πατήσει τα χώματά της πατρίδος του τονίζει τον νόστον, την νοσταλγία της επιστροφής.
Το συγκεκριμένο ποίημα του Καβάφη «Ιθάκη» σε πρώτο πλάνο συμβολίζει το ταξίδι της ζωής του ανθρώπου, και μάλιστα υποδεικνύει τον τρόπο που θα διεξάγει αυτό το ταξίδι ο καθένας μας,  θέτοντας ιδανικά, υψηλούς στόχους,  αναζητήσεις και  ανησυχίες, που θα του προσφέρουν τη σαγήνη της  εμπειρίας και της γνώσης. Ταυτίζει το ταξίδι με την τροχιά που διαγράφει ο καθένας μας σ αυτόν τον κόσμο, αλλά και με τον τρόπο που θα διανύσει αυτή την τροχιά….
Προσωπικά στην πίσω οθόνη του μυαλού μου έχει καταγραφεί, και δεν είναι δυνατόν να διαγραφεί η υποψία ότι  το νόστιμον ήμαρ της Οδύσσειας, στο ποίημα του Καβάφη αντικαθίσταται  από το μόρσιμον ήμαρ. Είναι η ημέρα του απολογισμού για τον βίο που συνήθως πραγματοποιείται όταν ο άνθρωπος βρεθεί ενώπιος ενωπίω με τον  θανάτον,  την «κοινή τύχη» των θνητών, όπως την αποκαλεί ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη.

4.    Η  ΣΑΤΡΑΠΕΙΑ
Ένα βραχυγραφημένο σχόλιο του Καβάφη γραμμένο αγγλικά  και χρονολογημένο 23 Νοεμβρίου 1903 προκαλεί αμφιβολία για την ημερομηνία γραφής του ποιήματος.
Στο γράμμα αυτό αναφέρει επί λέξει: «Χθες συλλογίστηκα αορίστως-μου πέρασε από το νου - το ενδεχόμενο της λογοτεχνικής αποτυχίας και ένιωσα ξαφνικά σαν να είχε λείψει κάθε γοητεία από την ζωή μου. Παρευθύς φαντάστηκα να έχω την απόλαυση του έρωτα όπως τον εννοώ και τον θέλω- αλλά ακόμη και αυτό μου φάνηκε πολύ καθαρά μάλιστα πως δεν θα ήταν αρκετό να με παρηγορήσει για την μεγάλη απογοήτευση. Τούτο αποδείχνει την αλήθεια του Η Σατραπεία»
Η Σατραπεία είναι ψευδοϊστορικό ποίημα αναφέρεται σε ιστορικά δρώμενα και συγκεκριμένα στην αναζήτηση προστασίας Ελλήνων ηγετών από την Περσική αυλή. Φυσικά δεν υπονοεί στον Θεμιστοκλή ή τον Δημάρατο τον Βασιλιά της Σπάρτης που κατέφυγαν στον Βασιλέα των Περσών για να ζητήσουν προστασία όταν οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες στράφηκαν εναντίον τους. Όπως ο ίδιος αναφέρει:
« Το υπονοούμενον πρόσωπον είναι εντελώς συμβολικόν ίσως είναι ένας τεχνίτης ή ένας επιστήμονας ή ένας ποιητής γιατί όχι και ο ίδιος ο ποιητής. Ο στίχος κλειδί που αποτελεί την βάση ολοκλήρου του ποιήματος είναι ο στίχος που έχει τεθεί και εντός παρενθέσεως στο κείμενο  (Η μέρα που αφέθηκες κι ενδίδεις)».

5. ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ
Το ποίημα πρωτογράφτηκε τον Οκτώβριο του έτους 1905 με τον τίτλο «Βίος». Δημοσιεύθηκε το 1913 με τον τίτλο «ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ».
Στα μικρά Καβαφικά ο ποιητής για το συγκεκριμένο ποίημα γράφει:
«Οι μοναχοί βλέπουν πράγματα τα οποία δεν βλέπομεν ημείς, βλέπουν οράματα από τον υπερφυσικόν κόσμον. Λεπτύνουν την ψυχήν δια της μονώσεως,  της σκέψεως και της εγκρατείας. Ημείς την αμβλύνομεν δια της συναναστροφής, της απουσίας της σκέψεως και της απολαύσεως... όταν είναι τις μόνος εις μίαν σιωπηλήν κάμαρα ακούει καθαρά τον κτύπον του ωρολογίου. Εάν όμως εισέλθουν άλλοι και αρχίσει ομιλία και κίνησις παύει να τον ακούει. Αλλά ο κτύπος του δεν παύει να είναι προσιτός εις την ακοήν».
Αυτές τις σκέψεις του αποτύπωσε στο ποίημα που ακολουθεί ο Καβάφης μόνο σε δύο πεντάστιχα.

6. ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ ΑΝΤΙΟΧΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΚΟΜΜΑΓΗΝΗΣ
Γράφτηκε τον Νοέμβριο του έτους 1923. Ιστορικοφανές ποίημα που εγκιβωτίζει ένα άλλο ποίημα του Καβάφη με τον τίτλο Αιμιλιανός Μονάη.
Οι περισσότεροι σχολιαστές του συμφωνούν ότι τα περιστατικά, τα αναφερόμενα πρόσωπα και το επιτύμβιο είναι φανταστικά Αν ο Καβάφης είχε στο νου του έναν συγκεκριμένο Αντίοχο Κομμαγηνής πιθανώς να ήταν ο Α΄ ο επιλεγόμενος και Δίκαιος και Φιλορωμαίος και Φιλέλλην, ( 69-30 π.χ. τα χρόνια που έζησε).
Το μυστικό και το κίνητρο του ποιήματος βρίσκεται στη λέξη ελληνικός. Το επίθετο ελληνικός  σημαίνει αυτόν που ανήκει στους έλληνες. Πάντως ο Στρατής Τσίρκας για το  επίθετο ελληνικός αναφέρει ότι το χρησιμοποιούσε και για τον εαυτόν του. Θυμάται κάποτε τον Καβάφη να κλείνει την ομιλία του με την εξής φράση:
«Είμαι κι εγώ Ελληνικός. Προσοχή όχι Έλλην ούτε Ελληνίζων αλλά Ελληνικός».
Τον όρον Ελληνικός με αυτήν την έννοιαν χρησιμοποιεί και ο Πλούταρχος στη βιογραφία του Κίμωνος του Αθηναίου στρατηγού που και νεκρός ενίκησε σε δύο ναυμαχίες τους στόλους των Περσών και των Κιλίκων. Μόλις είδαν τον Αθηναϊκό στόλο που διοικούσε ο Κίμων ετράπησαν σε φυγή γιατί δεν εγνώριζαν ότι ο Κίμων ήταν ήδη νεκρός και έτσι ο αθηναϊκός στόλος του ενίκησε κατά κράτος. Με την  φράση «Τοιούτος  μεν ο Ελληνικός Ηγεμών». Ο πολυγραφότατος Πλούταρχος κλείνει την βιογραφία του  Αθηναίου στρατηγού Κίμωνος.
Ίσως ο Καβάφης να είχε αναγνώσει τους παράλληλους Βίους του Πλουτάρχου και να έκρινε ότι αυτός ο χαρακτηρισμός του Πλουτάρχου του ταίριαζε ακριβώς επειδή ως έλλην της διασποράς είναι ελληνικός. Δεν είναι Έλλην γιατί δεν γεννήθηκε στην Ελλάδα. Δεν είναι ελληνίζων γιατί έχει ελληνικές ρίζες και παιδεία. (Ο ελληνισμός είναι όρος που διαμορφώθηκε κατά τους Αλεξανδρινούς χρόνους, για τους ξένους που ήθελαν να μοιάσουν στους έλληνες).

7. ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ
Γράφτηκε τον Νοέμβριο του έτους 1910 Ο τίτλος του είναι φράση του Πλουτάρχου που αναφέρεται στον Βίο του Αντωνίου. Φαίνεται ότι ο Καβάφης είχε διαβάσει  αρκετά καλά τον Πλούταρχο.
Τον Ιούλιο του έτους 1907 ο ποιητής είχε γράψει ένα ιστορικογενές ποίημα εν μέρει εμπνευσμένο από τον Σαίξπηρ με τίτλο το τέλος του Αντωνίου που έμεινε ανέκδοτο μέχρι το 1968.
Το ποίημα είναι ψευδοϊστορικό με πρόσχημα ένα επεισόδιο από τα κοσμοϊστορικά γεγονότα του 31 π.χ. Αναφέρεται στην εποχή καθ ήν ο ηττηθείς Αντώνιος επολιορκείτο από τον Οκτάβιο στην Αλεξάνδρεια και  στην στιγμήν κατά την οποίαν ο ίδιος ο προστάτης του ο Διόνυσος τον εγκαταλείπει.
Οι Κώδικες που χρησιμοποιεί ο Καβάφης είναι «ελληνικοί» αναφέρονται στην ελληνική γραμματεία, τον πολιτισμό, και ιδιαιτέρως στην αρχαία ελληνική γλώσσα. Ο Αόρατος Θίασος που αναφέρει ο ποιητής είναι η συνοδεία του Διονύσου του θεού δημιουργού του θεάτρου. Επίσης το επίθετο μυστικός δεν  το χρησιμοποιεί με την έννοια του κρυφού το χρησιμοποιεί με την έννοια που χρησιμοποιεί  και το επίθετο ελληνικός στο ποίημα που αναφέραμε παραπάνω. Ελληνικός σημαίνει των ελλήνων και μυστικός  των μυστών.                                                                             
8. ΤΟ 31 π.χ. ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ
Πρωτογράφτηκε τον Απρίλιο του έτους 1917 και ξαναγράφτηκε τον Ιούλιο του έτους 1924. Ιστορικογενές ποιήμα. Ο πρωταγωνιστής του είναι ανώνυμος και το περιστατικό κατά πάσαν πιθανότητα φανταστικό .Ο τρόπος που είναι όμως γραμμένο και η δομή των στίχων του  πέντε ζευγαρωτά δίστιχα  με συμμετρικές ομοιοκαταληξίες  ομόφωνες αναδύει την αλήθεια του ιστορικού γεγονότος   και την γιγαντιαία ψευτιά του παλατιού. Η Κλεοπάτρα βασίλισσα της Αιγύπτου και διάδοχος των Πτολεμαίων, προσπάθησε να κρύψει την καταστροφή που υπέστη τον Σεπτέμβριο του 31 π.χ. στο Άκτιο και να εμφανισθεί στην Αλεξάνδρεια ως δήθεν θριαμβεύτρια. Όπως αντιλαμβάνεστε το ποίημα είναι άκρως επίκαιρο, γιατί επιβεβαιώνεται από την καθημερινή πολιτική πρακτική.

9. ΟΥΚ   ΕΓΝΩΣ
Το ποίημα γράφτηκε 16 Ιανουαρίου 1928. Είναι ιστορικογενές ποίημα Ο Καβάφης από το 1896 μέχρι το 1933 έγραψε επτά ποιήματα με στόχο τον Ιουλιανό τον Παραβάτη, του οποίου η μορφή είχε ελκύσει από νωρίς το ενδιαφέρον του ποιητή.
Η φράση που αναφέρεται στο ποίημα και την οποία εκφωνεί ο Ιουλιανός «Ανέγνων, έγνων, κατέγνων» Διάβασα Κατενόησα Κατεδίκασα είναι παράθεμα από την Εκκλησιαστική Ιστορία του Σωζομενού. Φράση έντονη και κοφτή  Με ισχυρή δόμηση και δόνηση. Χρησιμοποιούνται ρήματα με το ίδιο θέμα και αντίθετες έννοιες. Απευθύνεται από τον Ιουλιανό στους Χριστιανούς, είναι γέννημα θρέμμα της ελληνικής γλώσσης και ρητορείας.                                                                                                                                                                                       
Η απάντηση όμως των Χριστιανών αποδεικνύει ότι και αυτοί ήσαν εξ ίσου γυμνασμένοι στη ρητορική τέχνη ή μάλλον στην σοφιστεία. Του απήντησαν με αντίστοιχη φράση,  που λέγεται ότι ανήκει στον Βασίλειο της Καππαδοκίας, που είχε φοιτήσει στην φιλοσοφική σχολή της Εθνικής Αθήνας.
Σημειωτέον ότι η Αντιόχεια εκκλησιαστικώς ήταν ισότιμη με την Ρώμη και την Αλεξάνδρεια  και  ο όρος Χριστιανοί πρωτοχρησιμοποιήθηκε εκεί.

10.    ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ
Το ποίημα γράφτηκε τον Δεκέμβρη του έτους 1898. Είναι ψευδοϊστορικός διάλογος. Η σκηνή είναι φανταστική
Ο ίδιος ο Καβάφης μετά την δημιουργία του ποιήματος αυτού, εξομολογήθηκε μέσα από τις σημειώσεις του: «Το ποίημα υποθέτει μιά τέτοια κοινωνική κατάστασι. Κατάστασι δυνατή όχι πιθανή. Η ιδέα περί του μέλλοντος είναι αισιόδοξη.......Η κοινωνία φθάνει σ ένα βαθμό πολυτελείας, πολιτισμού και εκνευρισμού (αποχαύνωσις) όπου απελπισμένη από την θέσι εις την οποίαν δεν βρίσκει διόρθωσι συμβιβαστική με τον συνηθισμένο της βίο, αποφασίζει να φέρη μιά ριζική αλλαγή-να θυσιάση, ν΄αλλάξη, να γυρίση πίσω, ν΄ απλοποιήση.  (αυτά είναι οι βάρβαροι) Πήρε την απόφασή της και χαίρεται και κάμνει τες διάφορες ετοιμασίες (ο αυτοκράτωρ , τα λούσα των υπάτων και των πραιτόρων).... Αλλά σαν έρχεται ο καιρός της εφαρμογής αίφνης γίνεται δήλον ότι εμελέτησε μιά ουτοπία (το νύχτωμα χωρίς να έλθουν οι βάρβαροι) και ότι λόγοι τους οποίους δεν προείδε καθιστούν το αδύνατον....Την καταλαμβάνει μεγάλη αθυμία (ο γυρισμός στα σπίτια όλων η ανησυχία)...Το ποίημα δεν παριστάνει την κοινωνίαν τελείως απελπισμένην ένεκα της αποτυχίας της προσδοκίας της αλλά δυσανασχετούσαν δια το τι θα γίνει (και τώρα τι θα γένουμε ήταν μιά κάποια λύσις)». Επίσης ο ποιητής τοποθετεί το ίδιο ποίημα και στο προσωπικό επίπεδο σημειώνοντας ότι μπορεί να συγκριθεί με την εξής κατάστασι.  «Όταν κανείς συχνά επιθυμεί να μην έχει γνώσεις , να έχη απλή πίστι, χωρίς ανάγκες και να ζή τη ζωή του απλού και αμαθούς ανθρώπου για τον οποίον τα πράγματα έχουν μιά δροσερότητα και την χαρά και το ενδιαφέρον του ανεξιχνίαστου»

Η  Λ Υ Σ Ι Σ

Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΑ ΚΑΒΑΦΗ
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης σαγηνεύει τους αναγνώστες  και ιδίως τους λάτρεις της ποίησης για πολλούς λόγους. Η κυριότερη αιτία κατά την γνώμην μου πυκνώνεται και εστιάζεται στον  τρόπον που έζησε και έγραψε.  Έζησε, με πυξίδα την  Ιθάκη του, και έγραψε σε μιά γλώσσα που ανέστησε και έπλασε ο ίδιος.
Η δουλειά του με την βοήθεια και της έμφυτης και ιδιαίτερα διεισδυτικής ευφυΐας του κατορθώνει να μεταστοιχειώνει το πεζό, το πεζότατο συχνά υλικό του, σε τέλειες ποιητικές μορφές. Το ταξίδι του στην ιστορία, τον μύθο, την αλληγορία, τον κόσμο των Ιδεών  και στην ανθρώπινη ύπαρξη, δεν είναι προϊόν  «μιάς ασάλευτης ζωής» που στοχάζεται, αλλά ενός εσωτερικού χώρου που μετακινείται διαρκώς στην αχανή επικράτεια της αναπόλησης. Το καβαφικό τοπίο έχει τους συνδυασμούς του, που εξισώνονται στη σχέση Βίωμα - Είδωμα - Ποίημα.
Βίωσε τη ζωή του ποιητικά, δηλ  ειλικρινά και γενναία, πάντα βέβαια με σύντροφο την ευαισθησία, την λεπτή ειρωνεία και το αιχμηρό πνεύμα. Σάρκασε και κριτίκαρε  ακόμα και τον ίδιο τον εαυτόν του. Είναι αυτός που μας δίδαξε ότι: « Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται κάποια μέρα που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι να πούνε....»  Είναι ο ίδιος που μας αποκάλυψε ως δώρο την Ιθάκη, που εδρεύει εντός μας και αναδύεται από μέσα μας. Μιλά στον καθένα ιδιαιτέρως μέσα από την ποίησή του και μυστικά του ψιθυρίζει αιώνιες, ακατάλυτες αλήθειες: «Η Ιθάκη σ’ έδωσε το ωραίο ταξίδι χωρίς αυτήν δεν θα’ βγαινες στο δρόμο.  Άλλα δεν έχει να σε δώσει πιά».
Απέκτησε βαθειά ελληνική  παιδεία που σε συνδυασμό με την ευαισθησία του δημιούργησε ένα εκρηκτικό ποιητικό κράμα.  Ένα κράμα που «εκόμισε  στην τέχνη αισθήσεις».  
Ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτόν του Ελληνικό, έχοντας πλήρη συνείδηση ότι ανήκει στους Έλληνες και την Ελλάδα. Πέρασε στην αθανασία κλασικός ποιητής,  με τους άλλους κλασικούς τον Όμηρο, τον Ησίοδο τους τραγικούς, Ευριπίδη Σοφοκλή Αισχύλο. Τολμώ να τον χαρακτηρίσω και εθνικό μας ποιητή, να τον κατατάξω στην κατηγορία του Σολωμού, του Παλαμά, και του Κάλβου, διότι ο Καβάφης όπως και οι προηγούμενοι στήριξε  τον ποιητικό του λόγο, σε δύο βασικούς εθνικούς άξονες. Την γλώσσα  και την ιστορία μας. Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός έγραψε μεταξύ των στίχων του ότι «Δεν έχω άλλο στο νού μου παρεξ ελευθερία και γλώσσα». Και ο Κωνσταντίνος Καβάφης αυτή την αξία την υποστήριξε όσο μπορούσε. Ετίμησε την Ελλάδα την πατρίδα μας διττώς, αφ ενός πλάθοντας την ελληνική γλώσσα  και αφ ετέρου αντικατοπτρίζοντας την ελληνική ιστορία στην ποίησή του.
Ο Καβάφης σμίλεψε την γλώσσα μας σαν Πραξιτέλης, αφού στην εποχή του βρήκε μιά γλώσσα που είχε παγώσει στην επιφάνεια και δεν κυκλοφορούσε στο βάθος των σχέσεων. Από τις σχέσεις η γλώσσα αναδυόταν χωρίς έρμα και ειρμό. Μετέωρη, δεν διείσδυε καν στη συνείδηση και τη συναλλαγή του καιρού. Ο ποιητής βρήκε την έτοιμη γλώσσα της συντεχνίας με την υψηλή τάχα συχνότητα τόνου και την τυποποιημένη γραμματική ρυθμιστική, ακόμη και για την ποίηση, {αθηναϊκή σχολή} και στη θέση τους έβαλε την ανοιχτή και κοινή «θεία λειτουργία» του λόγου. Τον  νεκρό γλωσσικό κώδικα αντικατέστησε με την ζωντανή και ελεύθερη λαλιά. Και αυτό ακριβώς υπήρξε σιωπηρή και αναίμακτη επανάσταση, στην ποίηση.
Η γλώσσα ως λαλιά, ως ομιλία ξανάγινε δια μιάς επικοινωνία, ξανάγινε μετάδοση, όχι πληροφορίας αλλά μηνύματος, ξανάγινε δηλ ποίηση. Οι σχέσεις,  και η ζωή μέσα από την ποίησή του, αξιώθηκαν την ποιότητα που είχαν στερηθεί γιατί δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η ποίηση και η ποιότητα,  έχουν κοινήν την ρίζαν.