Σκαρφαλώνοντας το  Grossglockner, στα 3.798μ.

 

Tο Grossglockner αποτελούσε ορειβατική επιθυμία εδώ και πολλά χρόνια. Λανθάνουσα επιθυμία πίσω απ’ το “δεν μπορείς ακόμα” “είναι νωρίς”. Τότε γύρω στο 2002 νόμισα οτι έχασα την ευκαιρία. Τώρα η ζωή μας έφερε πάλι εκεί.

 

Νοικιάσαμε αυτοκίνητο στο αεροδρόμιο της Βιέννης και κατευθυνθήκαμε στο KalsamGrossglockner. Ένα παραμυθένιο μικρό χωριουδάκι στους πρόποδες του βουνού. Η εξοχή του Τιρόλο φαντάζει σαν παραμύθι με το απέραντο πράσινο, τα ξύλινα σπιτάκια με τα πολύχρωμα λουλούδια στα μπαλκόνια και τις κεκλιμένες στέγες, φωλιασμένα στις πιο απόκρυμνες πλαγιές. Το ίδιο το Kalsμαζί με το Heiligenblutήταν tα δύο βασικά ορμητήρια προς το βουνό από τις κλασσικές τους διαδρομές.  Το ίδιο απόγευμα πήραμε τις σχετικές πληροφορίες μας και κάναμε μια μικρή περιήγηση στο παραμύθι.

 

Το πρωί με το αυτοκίνητο προωθηθήκαμε μέχρι το Luckerhaus (1.918μ), το πολυτελές καταφύγιο, απ΄ όπου θα ξεκινούσε η πορεία. Το σηματοδοτημένο μονοπάτι ευδιάκριτα μας ανέβαζε προς το επόμενο καταφύγιο, το Lucknerhutte στα 2.241μ. Με μικρές τραβέρσες δίπλα στο ποτάμι και στους καταρράκτες που έτρεχαν από τους παγετώνες του βουνού στις καταπράσινες πλαγιές ανεβήκαμε μέχρι το Studlhutteστα 2.802μ. σε περίπου δύο ώρες. Το πρόσφατα μοντέρνα σχεδιασμένο καταφύγιο ήταν γνωστό για τις γαστρονομικές του υπηρεσίες, τις οποίες και δοκιμάσαμε. Ελένξαμε τον εξοπλισμό μας και ξεκινήσαμε παρέα με άλλους δύο Αυστριακούς για τον παγετώτα και το επόμενο καταφύγιο, όπου και θα διανυκτερεύαμε. Δεθήκαμε στη σκοινοσυντροφιά και έτσι διασχίσαμε το παγετώνα Koednitzkeesμέχρι την πρώτη βράχινη κόψη. Οι ογκόλιθοι ήταν ολοκληρωτικά εξοπλισμένοι με αλυσίδες, σκαλιά και σιδερένιες βέργες. Και τα χρειαζόσουν όλα,  σας βεβαιώ. Στη κόψη επάνω ακριβώς ήταν χτισμένο το καταφύγιο Erzherzog-Johann-Hutte (3.454μ). Τακτοποίηση, ξεκούραση, καφέ, τσάι και κουβέντες γνωριμίας με τους συνοδοιπόρους μας. Ο καιρός όμως έκλεινε και οι προβλέψεις ήταν “θα ξυπνήσουμε και θα δούμε”.       

 

Πόσο καλά μπορείς να κοιμηθείς όταν ξέρεις τί σου μέλει την επομένη σ’ ένα κοιτώνα με άλλους 30? Καλώς-κακώς σηκωθήκαμε νωρίς το πρωί αλλά όλοι ήταν σε αναμονή για τον καιρό. «Πήγαινε εσύ να κοιτάξεις το βουνό». Ο Γιάννης πήγε. Το βουνό άνοιξε. Και ξεκινήσαμε. Με κραμπόν και αρκετά lightαπό φορτίο θα έλεγα δεμένοι διασχίσαμε τον παγετώτα και σε κανένα μισάωρο βρεθήκαμε στην αρχή των βράχων. Το χιόνι είχε υποχωρήσει και αυτό που παλαιότερα ήταν ένα χειμερινό λούκι τώρα ήταν σκέτος πάγος δυσκολεύοντας την κατάσταση. Έτσι επιλέξαμε το βράχο. Στο πρώτο διάσελο βγάλαμε τα κραμπόν –θα ήταν μόνο βράχος από κει και πέρα- και συνεχίσαμε έτσι το σκαρφάλωμα, μέσα -  κάτω – πάνω - δίπλα από άλλες σκοινοσυντροφιές με τον ίδιο προορισμό. Σύντομα φτάσαμε στην πρώτη κόψη και για μια στιγμή διακρίναμε από μακριά μέσα στην ομίχλη την κυρίως κορυφή. Βρισκόμασταν στη μέση μιας τελείως εκτεθιμένης βράχινης κόψης 35-40 μοιρών δυσκολίας ΙΙ (UIAA). Δεν είναι να λιγοψυχίσεις εδώ. Δεν σε παίρνει. Πληροφορηθήκαμε οτι βρισκόμασταν στη πρώην κορυφή, to Kleinglockner (3.770m). Καλό αυτό. Πληροφοριακά, Klein σημαίνει μικρό και η κορυφή αποτελούσε τη μία απο τις δύο βασικές της πυραμίδας Grossglockner. Το πέρασμα όμως στον απέναντι βράχο για την κυρίως κορυφή ήταν το γνωστό «areteandcouloir”, το οποίο είχε γυρίσει πολλούς πίσω. Με δύο μόνο γαμε.?????ητοποι την ευμίδας Γροσσγλοψκνερςγρήγορα και προσεκτικά βήματα έπρεπε να περάσεις το τελείως εκτεθιμένο και από τις δυό πλευρές στενό πέρασμα στον απέναντι βράχο. Ασφαλίστηκε απέναντι ο πρώτος και ακολουθήσαμε ένας ένας. Ήταν τέτοια η ένταση με αυτό το ‘περασματάκι’ που δεν μας αποθάρρυνε και πολύ το κατακόρυφο σκαρφάλωμα που ακολουθούσε. Τα πιασίματα και τα πατήματα έπρεπε να βρεθούν γρήγορα σε ένα τέτοιο πεδίο και να είναι σίγουρα. Η σκέψη όμως οτι το σκοινί ίσως και να συγχωρήσει ένα πιθανό λάθος μας έδινε μεγάλη αυτοπεποίθεση. Αυτό εμείς δεν το ανακαλύψαμε ευτυχώς.

 

Πριν το καταλάβουμε αντικρίσαμε το περίτεχνο σιδερένιο σταυρό. Θα δανειστώ τις σκέψεις του αγαπημένου συνορειβάτη Θόδωρου Χριστόπουλου, που πρόσφατα άφησε την τελευταία του πνοή στο Matterhorn, “μπορεί  οι στιγμές που μοιράζονται οι άνθρωποι στα βουνά, στις ορθοπλαγιές, στα χιόνια και στους πάγους να θεωρούνται χάσιμο χρόνου από κάποιους, αλλά εμείς ευχαριστιόμαστε κάθε δευτερόλεπτο που βρισκόμαστε εκεί». Δεν θέλεις τίποτα άλλο. Ομίχλη, αέρας, γή και ουρανός! Μια πολύ διαφορετική εικόνα από αυτή των ηλιόλουστων χιονοδρομικών με τις σεζλόγκ και τις στολές. Εδώ όλα γίνονται λιτά και απλά ένα. Εκτιμάς το ελάχιστο νερό που έχεις και την συνχαρητήρια αγκαλιά των φίλων σου. Η ώρα για την κατάβαση όμως πίεζε. Η κόψη είχε ήδη αρχίσει να γεμίζει με σύννεφα και κόσμο και τα περάσματα γινόταν με προτεραιότητες. Έτσι προσεκτικά και όχι λιγότερο δύσκολα επιστρέψαμε ακριβώς από τον ίδιο δρόμο, με ακριβώς τον ίδιο τρόπο.  Το πρωινό μας εγχείρημα μας είχε πάρει συνολικά δύο μόνο ώρες. Μήπως να ήταν λίγο παραπάνω? Μια σύντομη ξεκούραση στο καταφύγιο και ακολούθησε η καταρρίχηση μέχρι τον κάτω παγετώνα. Να μια καλή ευκαιρία για φωτογραφικά ντοκουμέντα τώρα που είχε τελειώσει το δύσκολο και ήμασταν πιο ψύχραιμοι. Η τελευταία viaferrataπάντως παρέμενε viaferrata. Δεν γινόταν πιο εύκολη. Αντιθέτως το χιόνι είχε λιώσει με το πέρας του πρωινού και έδινε την ευκαιρία για λίγο χαβαλέ και σκι χωρίς σκι. Τα δύσκολα είχαν περάσει.

 

Η γκουρμέ μακαρονάδα και το ζεστό τσάι του Studlehutteαποτέλεσαν κι αυτά αναπόσπαστο μέρος του εγκλιματισμού μας κατά την κατάβαση.  Ο JohnLoukasλαλίστατος. Αποχαιρετίσαμε τους φίλους μας και κατεβήκαμε αργά στο παραμυθένιο Kalsμε πολύ αδρεναλίνη ακόμα στις τσέπες μας. Δύσκολη θα ήταν η προσαρμογή μας στη πόλη τις επόμενες ημέρες. Πολύ πιο δύκολη από το Grossglockner.

   

Ιφιγένεια Μαχίλη