Εθελοντικός καθαρισμός μονοπατιών Ιούλιος 2018: συριγμοί υπόκωφου Παραδείσου στην Φολέγανδρο- στοιχεία προσωπικής ευδαιμονίας καταμεσής του καλοκαιριού.

της Κρίνας Αναγνωστοπούλου

Συνεπείς και φέτος (12 χρόνια μετά την έναρξη αυτού του θεσμού, πια, του εθελοντικού καθαρισμού μονοπατιών σε νησάκια του Αιγαίου) στο καλοκαιρινό μας ραντεβού, οι εθελοντές του ΕΠΟΣ, την 1η εβδομάδα του Ιουλίου του 2018, συναντηθήκαμε σε ένα από τα γραφικότερα νησάκια των Κυκλάδων, τη Φολέγανδρο. Φιλοξενηθήκαμε-όπως συνήθως- στο Πολιτιστικό κέντρο και στο Δημοτικό σχολείο βιώνοντας την κατασκηνωτική εμπειρία, την απλότητα και την  χαρά της ομαδικότητας, της συμβίωσης, του μοιράσματος και της συνεργασίας , με τρόπο ιδιαίτερο και μοναδικό, αυτόν που απελευθερώνει από την καταπίεση των συμβάσεων της καθημερινής ζωής στο άστυ και στον εργασιακό χώρο.

Κάθε πρωί- με εξαίρεση την ενδιάμεση μέρα ανάπαυσης κατά την προαίρεση του καθενός- χωρισμένοι σε ομάδες και εξοπλισμένοι με τα «όπλα» μας (ήτοι, τσάπες, ψαλίδες, τσουγκράνες, θαμνοκοπτικά) και γεμάτοι ενθουσιασμό και κέφι πρωτόγνωρο (τουλάχιστον για τα παιδιά της πόλης, που το πρωινό ξύπνημα για την δουλειά συνιστά μαρτύριο) ξεκινούσαμε για τα μονοπάτια –στόχο εργασίας. Εργαζόμενοι τμηματικά και μεθοδικά, καθαρίζαμε από την βλάστηση δρόμους πολιτισμού και παράδοσης, που στο διάβα του χρόνου ξεθώριασε και χάθηκε η χρήση τους, ενώ ταυτόχρονα καθαρίζαμε την ψυχή και το μυαλό μας από κάθε έγνοια και μέριμνα και κάθε είδους τοξικό απόβλητο, απολαμβάνοντας θέα μοναδική στο πέλαγο ενώ αύρες  φορτωμένες με μύρα βοτάνων και θάλασσας, μας έπαιρναν κάθε ίχνος κούρασης και μας γέμιζαν ενέργεια.

Μετά το πέρας της εργασίας, πεζοπορώντας, καταλήγαμε σε κάποια από τις μαγευτικές παραλίες  για να δροσιστούμε και να αναπληρώσουμε τους ηλεκτρολύτες με μια μπυρίτσα καθημερινά, απαραίτητα συνοδευμένη με παρελκόμενες τοπικές νοστιμιές, αλλά και γέλια και κέφι αμείωτο από την παρέα, που όλο και μεγάλωνε, περιλαμβάνοντας τους μέχρι προχθές άγνωστους, που σήμερα γίνονταν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής σου ευχαρίστησης, αποκαλύπτοντας σου το μυστικό της ζωής: η αυθεντική χαρά κρύβεται στην απλότητα, στα λίγα και στην ομορφιά της ανθρώπινης εγγύτητας. Τα απογεύματα ακολουθούσαμε τις προτάσεις περιήγησης και πορείας μύησης στην ομορφιά του νησιού και των κατοίκων του - περιπλάνηση στα πλακόστρωτα της Χώρας και στα στενά του Κάστρου, ανάβαση στο βράχο της Παναγίας με την πανοραμική θέα στο Αιγαίο και ηλιοβασίλεμα που κόβει την ανάσα, διδάσκοντας Ελύτη («Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε τόσο ίσες δόσεις που δεν μένει στο τέλος παρά η αλήθεια»), βόλτα στη «Χρυσοσπηλιά», και τόσα άλλα….

Το 10ήμερο έκλεισε με αποχαιρετιστήριο γλέντι και βράβευση των εθελοντών από τον Δήμο.

Βιώσαμε την ομορφιά του τόπου και την εξερευνήσαμε με τρόπο μοναδικό,  έτσι όπως κάθε φορά συμβαίνει στη διάρκεια αυτού του προγράμματος, που συνδυάζει εθελοντική εργασία καθαρισμού μονοπατιών με πεζοπορίες, ανακάλυψη των κρυμμένων μυστικών του νησιού και μικρές εναλλακτικές διακοπές. Ένα 10ήμερο μύησης στα μυστικά της Κυκλαδικής φωτονερόπετρας και στην σοφία του να ζεις με τα στοιχειώδη-αυτά, που σε οδηγούν ευθέως στο μέγα ζητούμενο της ευτυχίας.

Φύγαμε σοφότεροι, πλουσιότεροι , πιο αθλητικοί, πιο όμορφοι και πιο ευτυχισμένοι. Με μνήμες που γλυκά μας ζέσταναν στον χειμώνα και φιλίες νέες που έδωσαν την διάσταση μιας άλλης προοπτικής ζωής. Ευχαριστούμε τον Ε.Π.Ο.Σ. Φυλής για την ευκαιρία που μας έδωσε και προσβλέπουμε στο επόμενο πρόγραμμα!

….ακολουθούν μόνο λίγες από τις σκέψεις της Μαριγώς Μελίσσα, όταν μαγεμένη, άφησε πίσω της την Φολέγανδρο. Ήταν η πρώτη φορά μαζί μας. Ήταν η πρώτη φορά «εθελοντικά»…

Δεν είχε ανοίξει τη βαλίτσα. Όχι. 
Νόμιζε πως έτσι, θά ΄μεναν περισσά ζωντανές οι στιγμές, πριν γίνουν αναμνήσεις. 
Η βαλίτσα δεν ήταν ανάγκη να ανοίξει. Ούτε τα ρούχα να πλυθούν. Ούτε οι κάλτσες, μήτε οι πετσέτες, μήτε τα σκονισμένα παντελόνια, κι ας μέναν έτσι κι οι ιδρωμένες της μπλούζες. Όλα εκεί μέσα. Να ζουν ακόμα σε ένα άλλο παρόν. Κι όντως λειτουργούσε. Το βράδυ άκουσε μέσα εκεί κλεισμένο να φυσά, εκείνο το δροσερό βραδινό αεράκι.

Το επόμενο πρωί, σηκώθηκε μόνη. 
Κανείς μέσα στο δωμάτιο, παρά μόνο ο σκύλος. 
Έψαχνε για χαμόγελο. Σκοτεινιά. Τα παντζούρια κλεισμένα.
Όταν ξυπνούσε στη μεγάλη σάλα του πολιτιστικού χώρου ξημερώματα, λυγίζοντας το κεφάλι έψαχνε βλέμμα. Κάποιος θα περνούσε. Κάποιος που είχε καταφέρει να σηκωθεί και με τις πυζαμούλες του τον έβλεπε να πηγαίνει να πλυθεί. Ναι, το ίδιο θα κάνω, έλεγε και σηκωνόταν μεμιάς! Οι κινήσεις απλές, συγκεκριμένες και όσο προχωρούσαν οι μέρες, πλέον γινόντουσαν χρονομετρημένες. Ήθελε μόνο ένα τέταρτο: Πλύσιμο, ντύσιμο, καφές, φρούτα, τσάντα κομπλέ. Έτοιμη να πάει να διαλέξει μια τσάπα. Σα μελίσσι τ΄ανθρώπινο βουητό, ετοιμάζονταν όλοι μαζί. Ο καθένας ήξερε τι να κάνει, ούτως ώστε το πούλμαν και τα αγροτικά, να φύγουν στην ώρα τους. Σήμερα δεν της έφτασε ούτε μισή ώρα…

Ετοιμάστηκε για τη δουλειά. Τη παλιά της δουλειά. 
Ένα υφασμάτινο παντελόνι πέρασε από τα πόδια και δέθηκε στη μέση. Η άνεση που έκλεισε το κουμπί, ήταν θαυμαστή και αυτό σήμαινε πως είχαν χαθεί κάποιοι πόντοι στην …τσαποθεραπεία. Έψαχνε κάπου τις γόβες της. Γόβες; Αν είναι δυνατόν! Κάπου έπεσε το μάτι της στα κορδονάκια από το μαγιώ. Όχι δεν θα το έπαιρνε μαζί της. Τη θέση του πήραν χαρτούρες μέσα στο κυριλέ τσαντικό. 
Έκανε πως δεν συμβαίνει τίποτα. Πως δεν την πείραζε αυτή η αρχή για το πρωί της. Στο καθρέφτη όμως, της ξέφυγε ένα παιδικό χαμόγελο…. Πού πάς τώρα; Πού ήσουν χθες; Πού είναι οι άλλοι; Πώς θα ξυπνήσουν εκείνοι;

Στο ΜΕΤΡΟ ο κόσμος είχε το γνώριμο ρομποτικό ρυθμό του. Εκείνη, όμως, περπατούσε αργά. Είχε αποκτήσει μια νησιωτική ηρεμία. Έμεινε πίσω. Δεν έβλεπε μονάχα, μα κοιτούσε. Κοιτούσε. Τους άφησε να φύγουν όλοι μπροστά. Όπως άφηνε μπροστά, να παίρνει στο πρόσωπό της, ο αγέρας τσουλούφια, όταν ανέβαιναν στη Παναγιά. Έτσι τους άφησε να φύγουν αβίαστα κι αυτοί μπροστά. Όταν άδειασε η κυλιόμενη σκάλα, προχώρησε. Στις άκρες των ματιών της, είχε κρατήσει αρκετό απέραντο για να μην εγκλωβιστεί σε αυτό το βαγόνι… 
Κρατιόταν από το στύλο του τρένου κι ένιωθε τους ρόζους από τη τσάπα. Τσάπινγκ: Δεν το είχε κάνει ποτέ ξανά και τελικά, δεν ήταν ανέφικτα δύσκολο. Βγαίνοντας από το μετρό, κατσούφιασαν τα φρύδια, δυσανασχέτησαν στον ήλιο και έκαναν στη ματιά της σκιά. Αναρωτήθηκε πως δούλευαν στο λιοπύρι τόσες ώρες χωρίς σκιά. Πώς πείθεται ο κόσμος; Πώς δουλεύει η παρέα; Τραγούδια, ατάκες, αστεία και μια συνεχή πεποίθηση πως όλοι κάνουν ό,τι μπορούν, σε ωθούσε πιο πέρα. Θα βγεί το μονοπάτι στη θάλασσα. Και θα το έχουμε κάνει μαζί.

Μπαίνοντας στο γραφείο, δεν είχε τίποτα να πει σε κανέναν. 
Σαν να της είχαν πει χθες βράδυ στο πλοίο, να κρατήσει μυστικό. Αρκέστηκε σε μια καλημέρα. 
Όταν κάποιος, τόσα έχει νιώσει κι έχει δει, δεν βρίσκονται λόγια να τα πει. 
Γιατί έδωσε τόση σημασία στα πράγματα; Δεν έδωσε. Είχαν. Είχαν αυτή που όλοι είχαν δώσει.

Κρατούσε επίτηδες το κεφάλι χαμηλά. Κατάματα δεν κοίταζε κανέναν. Δεν ήθελε να μοιραστεί καμιά ματιά, φοβόταν μήπως ξέφευγαν πουλιά και τους έλεγαν την αλήθεια: Είχε περάσει υπέροχα. 
Είχε ξεκλειδώσει τους κόμπους της. 
Καθάρισε με τα μονοπάτια, κι εκείνη. 
Ξερίζωσε η τσάπα της, σκέψεις χαζές, φοβίες παλιές.
Ξέρανε, περπατώντας στον ήλιο, μουχλιασμένες ιδέες. 
Βουτούσε βαθιά στα νερά, μέχρι να πνίξει, στιγμές που την πίκραναν, βάφοντας μπλε τα μαλλιά της. Δεν άκουγε τίποτα μέσα στο νερό. Τα μάτια της όριζαν το γαλάζιο. Πότισε αλάτι το σώμα της - λαχτάρισε τις δροσιές του νερού - νερό περνούσε στο δέρμα της. 
Στις φυλλωσιές της μπουκαμβίλιας έκρυβε τη σκιά της. Φώλιαζε σα πουλί, στα πεζούλια, πίνοντας αργά το καφέ της. Δε βιαζόταν. Γελούσε. Κοιτούσε κατάματα σα παιδί τους γύρω της. Τους μετρούσε. Τους ζούσε. 
Και τα βράδια. 
Τα βράδια υπήρχαν για ν΄ αφήνεται... Κάθε καλοκαιρινή βραδιά, είναι μια ολόκληρη μέρα. 
Όταν κλείναν τα φώτα στη πλατεία, άνοιγαν τα δικά της. 
Ξεχάστηκε. Γέλασε. Δεν υπήρχε μονάχα, μα και ζούσε. 
Είχε πατήσει το rec. Μια εμπειρία ζωής αποκτούσε. 
Ευχαριστώ τον καθένα ξεχωριστά.... που μου είστε ξεχωριστή μυρωδιά, ένα φως, λουλούδι.

«Τσάπινγκ»? Δεν το είχε κάνει ποτέ ξανά…..