«Στις εσχατιές της ευρωπαϊκής ηπείρου, στο βουνό που οι αρχαίοι Έλληνες θέλησαν να βρίσκεται δεμένος ο Προμηθέας, εκεί θα επιχειρήσει ο Ε.Π.Ο.Σ. την κατάκτηση της κορυφής Καζμπέκ στα 5033 μ……κλπ, κλπ. Όταν όλα ήταν έτοιμα έτσι άρχιζε η αναγγελία στο έντυπο του συλλόγου για την οργάνωση της Αποστολής στον Κεντρικό Καύκασο. Η ανάβασή μας έπρεπε να οργανωθεί αρκετά χιλιόμετρα μακριά από την μυθική Κολχίδα, σημερινή επαρχία της Γεωργίας, πρώην Σοβιετικής Δημοκρατίας, που προσπαθούσε να «μεταβεί ομαλά» σε ένα άλλο οικονομικο-πολιτικό μοντέλο διακυβέρνησης, ήταν μια πραγματική σπαζοκεφαλιά γιατί λίγες πληροφορίες ήταν γνωστές σε μας για την χώρα αυτή κι οι περισσότερες αρνητικές και επιπλέον δεν υπήρχε πληροφόρηση από άλλες ορειβατικές ομάδες. Αλλά, ο από βουνού …θεός μας έστειλε μια Γεωργιανή φίλη που η αγάπη της για την ιστορία της χώρας μας την είχε οδηγήσει εδώ, μιλούσε πολύ καλά ελληνικά, την κ.Νάνι Νταβιτιάνι, που βοήθησε καθοριστικά στην οργάνωση της αποστολής μας. Ανέλαβε τις ελληνο-γεωργιανές επαφές, μας έφερε σε επαφή με Γεωργιανούς οδηγούς βουνού που, αφού τελείωσαν τα σκληρά …παζάρια, δεσμεύτηκαν να μας οδηγήσουν στην κορυφή Καζμπέκ, 5050μ.

Η προσπάθεια άρχισε κάπως έτσι…..

Επτά οι συμμετέχοντες : ο Θανάσης, ο Λάμπρος, ο Μανώλης, η Αθανασία, η Χρυσούλα, ο Γιώργος και η γράφουσα, προσγειωθήκαμε στις 16/8/07 στην πρωτεύουσα Τυφλίδα, μια όμορφη πόλη που η πρώτη εντύπωση που δίνει στον περιηγητή είναι ότι ακροβατεί ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση γεμάτη με κάστρα στους γύρω λόφους, με εκκλησιές και μοναστήρια μεσαιωνικής εποχής, με τον ποταμό Κουρά να την διασχίζει και να της δίνει μια ιδέα …από παραμύθι. Όλα αυτά δίπλα-δίπλα σε μεγάλα οικοδομήματα της σοβιετικής εποχής, άχαρα ομολογουμένως, αλλά που εξυπηρέτησαν τις λαϊκές ανάγκες όταν ήταν στις δόξες τους. Τώρα, λίγα από αυτά ήταν ανακαινισμένα και τα περισσότερα σε έμοιαζαν εγκαταλειμμένα. Πήγαμε στο μικρό ξενοδοχείο μας, όπου με μεγάλη μας έκπληξη διαπιστώσαμε ότι έπρεπε να προπληρώνουμε τις διανυκτερεύσεις μας, η πρώτη επαφή με τους Γεωργιανούς ήταν…ζόρικη. Αφού μοιραστήκαμε στα δωμάτια και αφήσαμε τα πράγματά μας, βγήκαμε για την πρώτη μας βόλτα στην πόλη, τα πλακόστρωτα σοκάκια, τα χαμάμ που έδωσαν και την ονομασία της πόλης (Tbilisi=θερμός) ήταν απλά κι απέριττα, χωρίς τουριστικά ψεύτικα «φτασιδώματα» κι ότι επισκεφτήκαμε άρεσε σε όλους. Η βραδιά έκλεισε με γεύμα με «χινγκάλι» το παραδοσιακό γεωργιανό φαγητό, πουγκιά με ψιλοκομμένο κρέας, ψημένο στον ατμό. Οι τελευταίες λεπτομέρειες της αποστολής μας ρυθμίστηκαν κι η βραδιά τέλειωσε σχετικά νωρίς γιατί η επόμενη μέρα θα μας έβρισκε να αρχίζουμε το δύσκολό μας εγχείρημα.

17/8/07 : Ένα μικρό λεωφορείο μας πήγε στο παζάρι, στην άκρη της πόλης για τις διατροφικές μας προμήθειες, συσκευή μαγειρέματος κλπ. και εγκαταλείψαμε την Τυφλίδα, με όλο τον ορειβατικό μας εξοπλισμό για το χωριό Καζμπέγκι. Στη διαδρομή περάσαμε από την λίμνη Ανανούρι και μετά από  μια στάση στο παλιό Μοναστήρι, φτάσαμε στο χωριό Καζμπέγκι και αρχίσαμε την ανάβαση. Η πρώτη μας νύχτα ήταν στα καταπράσινα λιβάδια γύρω από το Μοναστήρι Sameba στα 2.200 μ. Στήσαμε τις σκηνές μας, ετοιμάσαμε το φαγητό μας και κοιμηθήκαμε με ένα ψιλόβροχο πάνω στις σκηνές μας, ομολογουμένως νανουριστικό.

18/8/07 :  Οι τρεις οδηγοί μας φόρτωσαν σε μουλάρια τα βαριά σακίδια και τα τρόφιμα για όλους, και ξεκινήσαμε στις 5:30 το πρωί από τα 2.200 μ., αφού ήπιαμε τα ζεστά ροφήματα που φτιάξαμε στην φωτιά που άναψαν οι οδηγοί μας. Ο προορισμός αυτής της μέρας ήταν να φτάσουμε στον παλιό μετεωρολογικό σταθμό στα 3680 μ. Η προσπάθεια έγινε  επίπονη γιατί η ατμοσφαιρική πίεση όσο ανεβαίναμε ακολουθούσε τους δικούς της κανόνες, καθόλου ευχάριστους για εμάς, ο καιρός δεν ήταν καλός και μια ομάδα Πολωνών που κατέβαινε μας είπε πως η τριήμερη κακοκαιρία τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν την προσπάθεια. Αμηχανία στην ομάδα, το ηθικό όμως ακμαίο, ο στόχος κυριάρχησε μαζί με την ελπίδα για βελτίωση του καιρού. Οι αργοί ρυθμοί ανάβασης αντιστοιχούσαν στον εγκλιματισμό που έπρεπε να ακολουθήσουμε για την ασφάλειά μας για την υψομετρική διαφορά των 1400 μ. σε συνθήκες μεγάλου υψομέτρου σε μία μέρα, για να μη παρουσιάσουμε προβλήματα της νόσου του υψομέτρου.  Όταν φτάσαμε στην αρχή του παγετώνα (3100 μ.) ξεφορτώσαμε τα μουλάρια, μοιραστήκαμε τα βαριά σακίδια με τις προμήθειές μας και συνεχίσαμε την πορεία σε παγωμένο πεδίο, ακροβατώντας ανάμεσα σε γλιστερές σχισμές του πάγου με τα βαριά σακίδια στην πλάτη μας. Καταφέραμε μετά από την επίπονη ολοήμερη πορεία, να φτάσουμε το απόγευμα στο κτίριο του ‘Meteo-Station”, (όπως θα τον αποκαλούσαμε τις μέρες που ζήσαμε εκεί), που φάνταζε σαν ένα πέτρινο πλοίο αραγμένο στις κάτασπρες πλαγιές της οροσειράς. Στον προθάλαμο –8 βαθμοί C και τα μέλη των αποστολών  6 αποστολών από διάφορες χώρες, το Βέλγιο, την Αμερική, την Λιθουανία, Ιταλία κλπ. με τους οδηγούς τους, που βρήκαμε να περιμένουν τον καιρό να βελτιωθεί, ήταν μοιρασμένοι σε τρισάθλια δωμάτια με αυτοσχέδιους πάγκους να επέχουν θέση κρεβατιών. Μια μεγάλη πινακίδα έξω από το κτίριο πληροφορούσε ότι για τις όσους έμεναν εκτός κτιρίου σε σκηνές το κόστος ήταν 10 lary (5 ευρώ) ! Για τους εντός, 20 lary (10 ευρώ) !!. Μαγειρέψαμε το βραδινό μας στην εστία που κουβαλήσαμε μέσα σε μια ρυπαρή κουζίνα που δεν υπήρχε αποχέτευση και ίχνος καθαριότητας. Μπήκαμε στους υπνόσακούς μας νωρίς – νωρίς για να ζεσταθούμε λίγο περισσότερο.

19/8/07 Ο καιρός ήταν άσχημος, χιόνιζε και είχε ομίχλη. Μετά το μεσημέρι άρχισε να βελτιώνεται και όλες οι ενδείξεις ήταν θετικές για την επόμενη μέρα. Η μισή ομάδα έκανε μία ανάβαση εγκλιματισμού μέχρι το Beltemi Caves και τις σκήτες στα 4150 μ. Επιστροφή, ετοιμασία του δείπνου για όλους και προετοιμασία όσων θα επιχειρούσαν για την κορυφή την επόμενη μέρα. Ο κακός καιρός είχε και τα καλά του : μας έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσουμε ορειβάτες από άλλες χώρες, να επικοινωνήσουμε, να μοιραστούμε ζεστά ροφήματα, πληροφορίες για τα δελτία καιρού, να φωτογραφήσουμε το γεμάτο graffiti κτίριο που μας φιλοξενούσε. Όλοι βρισκόμαστε εκεί και μας έδενε ένας κοινός στόχος, η προσπάθεια της επόμενης μέρας. Όταν σουρούπωνε τα προγνωστικά ήταν καλύτερα από τα αναμενόμενα κι έτσι, η νύχτα μας βρήκε να ετοιμάζουν όλες οι αποστολές σακίδια, εξοπλισμό κλπ, για την άλλη μέρα, αφού νωρίς το πρωί όλα έδειχναν ότι θα επιχειρούσαμε την ανάβαση. Το «καλή ανάβαση» σε όλους αντικατέστησε εκείνο το βράδυ το «καληνύχτα»…..

20/8/07 : Αφού είχαν αναχωρήσει όλες οι αποστολές νωρίτερα, αναχωρήσαμε στις 3:40 τα ξημερώματα, τελευταίοι,  με τον έμπειρο οδηγό μας Idris Khergiari (όπως αποδείχτηκε), για την ανάβαση στην κορυφή τρεις από τους ορειβάτες της αποστολής μας : ο Θανάσης, εγώ και η Χρυσούλα η οποία όμως δεν ολοκλήρωσε την προσπάθεια. Ξεκινήσαμε με το φως από τους φακούς κεφαλής και μια ξαστεριά να υπόσχεται καλούς οιωνούς – τουλάχιστον για τις ώρες που απαιτούσε η ανάβασή μας ως την κορυφή. Σε μεγάλη απόσταση μπροστά από εμάς τρεμόσβηναν  τα φωτάκια από τους φακούς των άλλων αποστολών να μπερδεύονται κάπου-κάπου με τ’ αστέρια. Η παγωνιά, ο μονότονος ήχος των βημάτων μας στο σκληρό χιόνι που τρυπούσε την γαλήνη του τοπίου και η διαπίστωση ότι ο καλός καιρός που επιθυμούσαμε θα βοηθούσε την ανάβασή μας, μας γέμιζε βεβαιότητα ότι θα τα καταφέρουμε. Επιμονή κι υπομονή. Στο φως της ανατολής που διαδεχόταν τον έναστρο ουρανό, οι όγκοι των παγωμένων βουνών γύρω μας με την απέραντη σιωπή που μας περιτριγύριζε, μας έδειχνε το μεγαλείο της, τη δύναμή της, την απόλυτη κυριαρχία της. Τα μόνα αισθήματα που μας γεννούσε εκείνες τις ώρες τα έκλεινε μία μόνο λέξη, «σεβασμός» για το μεγαλείο της. Ο στόχος μας, η κορυφή, ήταν τα 5050 μ., κι η απόφαση του οδηγού μας να την διανύσουμε σε μία μέρα έκρυβε πολλούς κινδύνους για την υγεία μας. Δεν είχαμε όμως άλλη επιλογή. Από βραδύς μας είχε προειδοποιήσει ότι αν δεν είχαμε καταφέρει να φτάσουμε στην κορυφή έως τις 12:00 το μεσημέρι, θα γυρίζαμε πίσω στη βάση μας, σε όποιο σημείο της διαδρομής κι αν βρισκόμαστε.. Ο κακός καιρός των προηγούμενων ημερών είχε αποκλείσει την διανυκτέρευση της ομάδας στο πλατώ στα 4.200 μ. ώστε η ανάβασή μας να ήταν λιγότερο κοπιαστική. Είχε ήδη χαθεί μια μέρα λόγω κακοκαιρίας και το επιθυμητό από όλους ήταν να την κερδίζαμε κι όχι να παρατείναμε το ταξίδι μας.
Κινούμενοι στους πρόποδες του κυρίως κώνου, στις 5:45 περίπου το πρωί , φτάσαμε στο πλατώ (4.200 μ.) όπου, η αποστολή των Λιθουανών ήταν η μόνη που την προηγούμενη μέρα, παρά τον κακό καιρό, είχε κινηθεί σε επικίνδυνο πεδίο (όπως διαπιστώσαμε κατά την επιστροφή μας) και είχε κατασκηνώσει στο ενδιάμεσο πλατώ. Γύρω μας ξετυλίγονταν οι πιο όμορφες εικόνες που μπορούσαμε να φανταστούμε με την παγωμένη οροσειρά να μας αποκαλύπτεται με το φως της ανατολής. Οι καθιερωμένες συστάσεις, λίγο ζεστό τσάι που μας πρόσφεραν και τα πλατιά τους και ειλικρινή χαμόγελα μας τόνωσαν. Ο ορίζοντας γύρω ήταν λαμπερός, πεντακάθαρος, με στρώμα από σύννεφα κάτω από 3.500 μ. περίπου. Σκεφτήκαμε τους συντρόφους μας που την ίδια ώρα θα εγκατέλειπαν τον Μετεωρολογικό Σταθμό, τον Λάμπρο, τον Μανώλη, την Αθανασία και τον Γιώργο που οι δυνάμεις τους κι η απόφασή τους ήταν να φτάσουν μέχρι εκεί που είχαν δυνάμεις, κι η σκέψη τους τώρα που επέστρεφαν θα ήταν ανήσυχη για τις καιρικές συνθήκες που αυτοί βίωναν στην κατάβαση και….θα νόμιζαν τα ίδια και για εμάς. Η πραγματικότητα όμως ήταν ευνοϊκή κι ο λαμπερός ήλιος ανέβασε την θερμοκρασία και επέτρεπε την ορατότητα. Θαυμάσιες οι καιρικές συνθήκες λοιπόν, απρόβλεπτα θαυμάσιες. Έμενε, να μην μας προδώσουν οι δυνάμεις μας. Ο οδηγός μας χαιρέτησε τους Λιθουανούς ορειβάτες, ετοιμάσαμε τα σχοινιά, δεθήκαμε σε σχοινοσυντροφιά, πήραμε τα πιολέ μας και ξεκινήσαμε την ανάβαση λοξά, σχεδόν τραβεσαριστά από την δυτική πλευρά του κώνου. Κερδίσαμε έτσι μεγάλη διαφορά από τις άλλες αποστολές τις οποίες βλέπαμε χαμηλά, σαν μυρμήγκια στο χιόνι, να κινούνται 4-4, 5-5 και να έρχονται προς τον κυρίως όγκο του βουνού. Όταν φτάσαμε στα βήματα που είχε ανοίξει η πρώτη αποστολή εκείνη την ημέρα (δύο Βέλγοι με τον Γεωργιανό οδηγό τους), συνεχίσαμε την direct ανάβαση, περίπου 500 μέτρα πιο κάτω από την κορυφή. Ήμασταν η δεύτερη ομάδα που ακολουθούσε και η μεγάλη κλίση δεν επέτρεπε να έχουμε εικόνα την κορυφής. Συνεχίσαμε και φτάσαμε στο επικίνδυνο απότομο πέρασμα, βαθμού δυσκολίας ΙΙ, όπου έπρεπε να περάσουμε ένα κάθετο λούκι παγωμένο ανάμεσα στον κώνο της κορυφής και σε ένα βράχο. Η μεγάλη ηλιοφάνεια που ανέβασε την θερμοκρασία, έκανε τις ομάδες να τραβερσάρουν λοξά πάνω από ένα απότομο πέρασμα, λιγότερο επικίνδυνο. Σ’ αυτό το σημείο μας πρόφτασε η Λιθουανική αποστολή και συνεχίσαμε σχεδόν μαζί για τον τελικό στόχο. Λίγο ακόμη, λίγα μέτρα ακόμη ήταν η μοναδική μας σκέψη, εκείνη την στιγμή. Στις 11:45 φτάσαμε στην κορυφή του Καζμπέκ, που στη γεωργιανή γλώσσα είχε το δύσκολο όνομα «Mkinvartcveri» (δεν τα καταφέραμε να το προφέρουμε από την χαρά μας), αγκαλιαστήκαμε, συγκινηθήκαμε γιατί τα καταφέραμε, γιατί είχαμε την τύχη η προσπάθειά μας να στεφτεί με επιτυχία, επειδή είχαμε προετοιμαστεί σωστά, προσέχοντας τους εαυτούς μας, γι αυτό και τώρα εκεί πάνω αποζημιωθήκαμε.  Βλέπαμε βόρεια τις αχανείς στέπες της Ρωσίας, βλέπαμε το Elbrus, ΒΑ από το σημείο που βρισκόμαστε. Αγναντεύαμε  την υπόλοιπη οροσειρά του Καυκάσου, βαθυπράσινη γεμάτη δαλτελωτές σχισμές, γοητευτική, άλλοτε να κρύβεται στα νέφη κι άλλοτε να ξεπροβάλει απαστράπτουσα κάτω από τα πόδια μας. Τα λίγα λεπτά που μείναμε εκεί ψηλά, απολαμβάνοντας τη μεγαλειώδη ομορφιά της οροσειράς του Καυκάσου, υψώσαμε την  ελληνική σημαία και την σημαία του συλλόγου μας, με την ευχή να συνεχίσουν οι ορειβάτες σύντροφοί μας την ίδια πορεία στα χρόνια που θα έρθουν – πάντα ψηλά. Η κατάβασή μας που ξεκίνησε στις 12:00 το μεσημέρι ήταν direct μέχρι το πλατώ στα 4200 μ. Στην συνέχεια, περάσαμε τις τεράστιες σχισμές του παγετώνα που δημιουργήθηκαν με την άνοδο της θερμοκρασίας από την ζεστή μέρα, πολύ προσεκτικά, δοκιμάζοντας ο οδηγός μας τα περάσματα με μεγάλη προσοχή, κι αφού κάναμε αναπόφευκτες ‘βουτιές‘ στα κενά δεμένοι μεταξύ μας, τραβώντας ο ένας τον άλλο στην επιφάνεια, τότε μόνο συνειδητοποιήσαμε ότι το τοπίο αυτό ήταν το ίδιο που περάσαμε την αυγή χωρίς τίποτα να θυμίζει την πρωινή μας ανάβαση, γιατί τότε ήταν παγωμένο και τα κραμπόν μας νομίζαμε ότι πατούσαν…..συμπαγείς μάζες πάγου !! Αυτό το φυσικό ανάγλυφο διαδέχτηκε μια πραγματική επικίνδυνη κόλαση. Λιώνοντας οι πάγοι απελευθέρωναν τεράστιους πέτρινους ογκόλιθους και ποτάμια νερού. Ο θόρυβος εμπόδιζε την συνεννόηση μεταξύ μας κι ο στόχος ήταν να προσπεράσουμε το επικίνδυνο τοπίο το συντομότερο, αποφεύγοντας τις πέτρες που μας ακολουθούσαν ! Όπου εμφανιζόταν κομμάτια κόκκινης γης, έμοιαζαν σαν κινούμενη άμμος, ανάμεσα σε ορμητικά ρυάκια νερού (ανύπαρκτα το πρωί της ίδιας μέρας) υποχωρούσαν κάτω από τα πόδια μας κι η οδύσσεια της επιστροφής ήταν πράγματι επικίνδυνη.  Στις 17:30 είδαμε το πέτρινο οβάλ κτίριο του Meteo-Station, κι έμοιαζε με καράβι που μας περίμενε στον αφιλόξενο λευκό ωκεανό, εξουθενωμένοι από την ολοήμερη προσπάθεια, το μόνο που σκεφτήκαμε εκείνη την ώρα ήταν μια γωνιά να ξεκουράσουμε την ύπαρξή μας, να ανακτήσουμε δυνάμεις. Οι Αμερικανοί που δεν κατάφεραν να φτάσουν στην κορυφή κα επέστρεψαν από τα 4200 μ. στη βάση, μας περίμεναν και γεμάτοι χαρά, σαν να αφορούσε τους ίδιους, μας έδωσαν συγχαρητήρια για την επιτυχή μας προσπάθεια. Φτιάξαμε όπως-όπως ένα ζεστό λαπά (ήταν τα μόνα τρόφιμα που είχαμε) και μπήκαμε στους υπνόσακούς μας στις 6,30 το απόγευμα. Η ‘καληνύχτα‘ μας εκείνο το απόγευμα σήμαινε …..ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΑΜΕ, ΚΑΛΗΜΕΡΑ.

21/8/07 : Η κατάβαση από τα 3.680 μ. που άρχισε το πρωί, αφήνοντας πίσω τα τελευταία κομμάτια του παγετώνα στα 3000, όπου φάνταζε σαν ένα τεράστιο ποτάμια, έγινε μέχρι τα 1400 στο χωριό Καζμπέγκι, ανάμεσα σε λιβάδια και πηγές κι ανάμεσα σε κίτρινα και μωβ όμορφα λουλουδάκια που δεν μπορώ να πω ότι τα είχαμε προσέξει κατά την ανάβασή μας. Η προσπάθεια κι αυτοσυγκέντρωση στις δυνάμεις μας είχε κάνει σχεδόν ευλαβική την ανάβαση. Η απόλαυση της ίδιας διαδρομής στην επιστροφή, η χαρά στα πρόσωπά μας, κι η κατάληξη σε ένα αγροτόσπιτο στο χωριό Καζμπέγκι μας βρήκε να πίνουμε δυνατό γεωργιανό κόκκινο κρασί με παραδοσιακές τυρόπιτες (χατσαπούρι) και μελιτζάνες ψητές, σαλάτες, ζυμωτό ψωμί συνοδευμένα με μακρόσυρτες προπόσεις από τους νοικοκύρηδες που μας δέχτηκαν με μια αφοπλιστική φυσικότητα και απλότητα στο φτωχικό σπίτι τους.

Και τέλειωσε με τα  ……

Το ίδιο βράδυ παίρνοντας το μικρό πετρελαιοκίνητο βαν γνωστό ως ‘μαρσούτκας‘ με αντίτιμο ένα φτηνό εισιτήριο, βρεθήκαμε στην Τυφλίδα, ανταμώσαμε με την ομάδα μας, γευτήκαμε τα νόστιμα ‘χιλγκάλι‘ και ήπιαμε μπύρες γεωργιανές με τον Indris. Η ομάδα μας έμεινε ακόμη 2 μέρες στην πρωτεύουσα, επισκέφτηκε αξιόλογα μνημεία, γνώρισε τον τρόπο ζωής των Γεωργιανών, ανταλλάξαμε απόψεις κι όταν χωριστήκαμε ο καθένας από εμάς είχε μια δική του διαμορφωμένη άποψη γι αυτό το ταξίδι. Άλλοι επέστρεψαν στην Αθήνα κι οι υπόλοιποι συνέχισαν ένα ταξίδι μιας ακόμη εβδομάδας στην κεντρική Γεωργία με επισκέψεις και πεζοπορίες σε προεπιλεγμένες τοποθεσίες.

Κλείνοντας αυτή μου τη διήγηση, ευελπιστώ ότι κατάφερα να σας κάνω να σκεφτείτε: μήπως πρέπει να δοκιμάσω κι εγώ μια τέτοια ανάβαση ? Αν πραγματικά έστω και ένας αναγνώστης το σκέφτηκε, τότε ναι, το κείμενο «έπιασε τόπο» ή καλύτερα το …πνεύμα της ορειβασίας μεταδόθηκε και σε άλλους, (νομοτελειακά η ορειβασία είναι συντροφική …..διαδικασία και άκρως μεταδοτική – σαν παιδική ασθένεια – καταλαβαίνουν οι γνωρίζοντες ! ).  Σας επίλογο θέλω να σας αναφέρω αυτά που δεν θέλω να ξεχάσω γιατί με άγγιξαν, με μια ευχή : Καλή αντάμωση, ψηλά, σε ανοιχτούς ορίζοντες και του χρόνου παιδιά !

·    Η πρώτη ελληνική αποστολή στην κορυφή του όρους Καζμπέκ του Κεντρικού Καυκάσου είχε στεφθεί με επιτυχία.
·    Ήταν μια γνήσια πρωτιά του συλλόγου μας γι αυτό κι η χαρά – δικαίως – ήταν μεγάλη, κι όλη δική μας.
·    Με γέμισε μεγάλη χαρά που όλοι οι οδηγοί των ξένων αποστολών στο Καζμπέκ ήξεραν ότι είμαστε οι πρώτοι έλληνες στα μέρη τους και μας έδιναν συγχαρητήρια. Μπορεί η σκιά του Προμηθέα, μπορεί η θέλησή μας, μπορεί μια πίστη δυνατή που είχαμε όλοι, μπορεί απλά η αγάπη μας για τα βουνά να οδήγησε τα βήματά μας.

Αύγουστος 2007
Καλλιόπη Δηλαβεράκη