Contact

Ελληνικός Πολιτιστικός Ορειβατικός Σύλλογος Φυλής (Ε.Π.Ο.Σ.Φυλής)
Αλιάνθου 5 ΦΥΛΗ 13351
Τηλ.210-2411148
φαξ: 210-2412099
Κιν.6981005737, 6973693552

Follow

Τρίτη, Ιανουάριος 22, 2019

Αν συναντήσεις τον κυρ Αλέξανδρο μη βιαστείς να τον προσπεράσεις  στάσου πλάι του και χαιρέτησε τον ευλαβικά, κι άν  δυσκολευτείς να τον αναγνωρίσεις ψάξε τα μάτια του, όταν βρείς στο βάθος της σιωπής του την άγια οδύνη και τον εγκόσμιο ασκητισμό, να είσαι σίγουρος πως είναι ο κυρ Αλέξανδρος, ο εκ Σκιάθου και εξ απάσης της γης αδελφός. Τότε θα  δείς και τις ματωμένες πληγές του. Σκύψε καθάρισέ τες και κοινώνησε απ’ αυτές, είναι ο μόνος πια τρόπος για να τον προσεγγίσεις. Ο δρόμος για τη Σκιάθο του κυρ Αλέξανδρου, σου είναι πιά ανοικτός.
Και κει στα ρόδινα ακρογιάλια σε περιμένει ο ίδιος να σε καλωσορίσει και να σου δείξει τον κόσμο του.

«Οι δύο εκείνοι γιγαντοφυείς αδελφοί ο Ωτος και ο Εφιάλτης, οίτινες είχον επιχειρήσει το πάλαι ως διηγήται ο  θείος Όμηρος, να βάλουν την Όσσαν επάνω στον  Όλυμπον και το Πήλιον επάνω στην Όσσαν δια να κάμουν σκάλαν να ανεβούν εις τον ουρανόν όταν ήσαν παιδία ανήλικα ακόμη, εγύμναζον τους βραχίονάς των παίζοντες εις τον αιγιαλόν κάτω. Έπαιρναν μικρά χαλίκια πλακαρά, ανάλογα με το ανάστημά των και έκαμναν «ψωμάκια», ρίπτοντες ταύτα εις την θάλασσαν, δια κυματοειδούς κινήσεως του πήχεος και της χειρός ως δια σφενδόνης.
Από τα χαλίκια εκείνα των δύο μικρών γιγάντων, τα οποία μετά πολλάς επιψαύσεις και πτήσεις επάνω στα κύματα, έπιπτον τέλος εις την θάλασσαν. Άπό τα «ψωμάκια» εκείνα εφύτρωσαν και ανέθορον αι Σποράδες νήσοι αι κοσμούσαι το σμαράγδινον πέλαγος. Η Σκίαθος, η Πεπάρηθος, η Αλόννησος και τόσαι άλλαι..»
Τάδε έγραψε στο έργο του  «Κοκκώνα Θάλασσα» ή «Το γράμμα της πεθεράς», ο κοσμοκαλόγερος, ο Αλέξανδρος, ο γυιός του Παπά Αδαμαντίου για τη δημιουργία των Σποράδων των νησιών που είναι πραγματικά σπαρμένα στο Αιγαίο πέλαγος βόρεια της Εύβοιας και  ανατολικά της Μαγνησίας και του Πηλίου.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Οι περισσότεροι αρχαίοι γεωγράφοι και ιστορικοί, Ηρόδοτος, Απολλώνιος ο Ρόδιος, Αππιανός ο Αλεξανδρεύς,  Στράβων, αναφέρουν ότι η Σκιάθος βρίσκεται στο σύμπλεγμα των νησιών που σπάρθηκαν μπροστά στην Μαγνησία την Εύβοια και στα όρια του Θερμαικού κόλπου.
Το όνομά του νησιού  Σκιάθος διατηρήθηκε από τα αρχαιότατα χρόνια μέχρι σήμερα ατόφυο, χωρίς παραλλαγές και διαφοροποιήσεις. Όμως για την  προέλευσή και την ετυμολογία του έχουν διατυπωθεί αρκετές αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις. Ο λόγιος Σκοπελίτης Καισάριος Δαπόντε που έζησε τον ΙΗ΄αιώνα γράφοντας για το ΄Αγιο Όρος  την χερσόνησο του Άθω   έδεσε μεταξύ άλλων στίχων και τους παρακάτω:
Ό ίσκιος του είναι μακρύς, έως τη Λήμνο φθάνει,
περνά δε και τη Σκόπελο και την Σκιάθο πιάνει
και δια τούτο  Σκίαθος η νήσος ονομάσθη
ότι από τον ίσκιο του πολλάκις εσκεπάσθη.
Από αρκετούς λόγιους και διανοουμένους υποστηρίχθηκε ότι η προέλευση της ονομασία του νησιού προέρχεται από το γεγονός ότι κατά την ανατολή του ηλίου η σκιά του όρος του Άθωνα  απλώνεται πέρα από τη θάλασσα και φθάνει στο νησί. Αλλά η εξήγηση αυτή ότι η ονομασία του νησιού έχει σχέση με τη Σκιά του ΄Αθωνα δεν ανταποκρίνεται  στην πραγματικότητα γιατί η σκιά του Άθωνα ποτέ δεν φτάνει στο νησί, κατά συνέπεια η άποψη αυτή δεν είναι άξια λόγου.
Ο Σκιαθίτης Γυμνασιάρχης Γεώργιος Αποστολίδης, γνώστης της γλώσσας  σε σύγγραμμά του «Τα περί της νήσου Σκιάθου» ισχυρίζεται ότι  ο πρώτος και κύριος λόγος που το νησί έλαβε το όνομα Σκιάθος οφείλεται στην ίδια την φυσική  έκφραση του. Σ’ όλα τα μέρη του νησιού θάλλουν  εκ φύσεως τα δάση και έτσι που είναι κατάφυτα δημιουργούν σκιά παντού. Επομένως  η λέξη Σκιάθος προέρχεται από τη λέξη Σκιά και την κατάληξη –θος που σημαίνει τόπος. Σημειωτέον ότι η κατάληξη –θος είναι πρωτοελληνική κατάληξη και χρησιμοποιείται σε πολλά πρωτοελληνικά και ελληνικά τοπωνύμιο όπως π.χ. Όλυν-θος, Κόριν-θος, Κάρπα-θος  Αμάρυν-θος. Την γνώμη αυτή που και κατά την άποψή μου είναι ορθότερη,  ασπάστηκε και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

ΣΚΙΑΘΟΣ Η ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΝΗ
Το κλίμα του νησιού είναι ήπιο και υγιεινό. Η γαλανή θάλασσα που την αγκαλιάζει, «φλύαρος ως γυνή, είναι όσον αύτη εχέμυθος και ποτέ δεν διηγείται το μυστικόν της» 1 συμβάλλει ώστε να επικρατεί εύκρατο κλίμα , το καλοκαίρι προσφέρει φυσικό αέρα δροσερό και το χειμώνα μετριάζει το κρύο.
Το σχήμα του νησιού είναι ακανόνιστο, περισσότερο στρογγυλό στο ανατολικό μέρος και τριγωνικό στο δυτικό. Είναι μικρό νησί σε έκταση άλλα πλούσιο σε μορφολογία. Ως επί το πλείστον καλύπτεται από χαμηλά όρη και λόφους.
Τα όρη της Αραδιάς, Καραφλυτζανάκα, το υψηλότερο, Στιβωτός, Μολόχα, Κουνίστρες και Άγιος Κωνσταντίνος, ο Μύτικας  «η κορυφή του σουβλερού βράχου»2 δεν διακρίνονται για το ύψος τους, διαγράφουν στον ορίζοντα ηδείες και ομαλές καμπύλες που άλλοτε σβήνουν απαλά στη θάλασσα, ανάμεσα σε καλλίγραμμους και καθαρούς κόλπους και άλλοτε πέφτουν απότομα και βίαια στο πέλαγος και χάνονται.
Ένας που ανήκει στην πρώτη κατηγορία είναι ο όρμος του Ξάνεμου   «μέγας όρμος όπου εβασίλευε το κράτος του Βορρά κλεφτότοπος, αυτόχρημα με τας δύο θαλασσοπλήγας ακτάς του».
Το  Ξάνεμο   «Δίπλα εις την αμμόστρωτον αγκάλην του γιαλού, όπου έρχονται να θραύωνται πλάγια με κοχλάζουσαν μανίαν τα κύματα του πελάγους!»3  Στο έργο του «Όνειρο στο κύμα» ο Παπαδιαμάντης το μάλλον για να εξάψει την φαντασία του αναγνώστη το αποκαλεί  Ξάρμενο «Το κατάμερον4 εκείνο το καλούμενον Ξάρμενο από τα πλοία τα οποία κατέπλεον ξάρμενα ή ξυλάρμενα εξωθούμενα από τας τρικυμίας..»5
Κόλποι  που της καταγκρεμίζονται σε «απορρώγες»6 και κάθετες ακτές και παραλίες, όπως του Κουρούπη : «Δεξιά πρός ανατολάς αντικρύζει ο μέγας βράχος (Κάστρο), εις δέκα πρυμνησίων εναέριαν απόστασιν με την ακτή του Κουρούπη, την λευκήν και κυρτήν όπου φαντάσματα και δαίμονες, σπανίως ορατοί, δεν παύουν να κυλίωσι παμμεγέθεις λίθους από την σάραν και τον κρημνόν τον ευόλισθον . Κάτω εις την βάσιν του κρημνού, μίαν σπιθαμήν πρό της άλμης του κύματος, επί της πέτρας της προβλήτος, ρέει βρύσις γλυκύ, ψυχρόν, παγωμένον νερόν. Το πρωί πολλάκις πλησιάζουν από του πελάγους ψαράδες με την βάρκαν, δια να πίουν και να γεμίσουν τα βαρέλια. Και το νερόν όλην την ημέραν μένει ψυχρόν και παγωμένον μέσα εις τα βαρέλια κατά τον Ιούλιον μήνα, υπό τας φλεγούσας ακτίνας του ηλίου από τας οποίας ψήνονται πεταλίδες και πορφύραι και οστρείδια επάνω του μικρού φαντώματος της πλώρης της βάρκας.»7
Τα ακρογιάλια της Σκιάθου κεντούν στο Αιγαίο την πιο αξιοζήλευτη δαντέλλα. Παιγνιδίζουν με την θάλασσα, σαν να παίζουν μαζί της το κρυφτό.
Επίσης προς την ίδια κατεύθυνση βρίσκεται το λιμάνι Νικοτσάρα, η παραλία Λαλάρια, καθώς και οι σπηλιές :  Η Σκοτεινή σπηλιά, θαλασσινό Μέγαρο που έχει χαμηλή και στενή είσοδο τόση όση για να περάσει μια βάρκα και βάθος περίπου είκοσι μέτρα με αρκετό ύψος.  Είναι η ίδια σπηλιά που φιλοξένησε στους κόλπους της την τραγική φιγούρα που περιέγραψε εκείνος, την Φραγκογιαννού τη φόνισσα των μικρών κοριτσιών.
Η Γαλάζια σπηλιά ένα σπάνιο  «θαλασσινόν ούς και όμμμα» με πολύχρωμες αντανακλάσεις και ανταύγειες και πολύρρυθμους θαλασσινούς ήχους και παφλασμούς. 
Δίπλα από την γαλάζια σπηλιά ορθώνεται η Τρύπια Πέτρα μια γραφική πέτρινη αψίδα που συνδέεται με την μικρή θαλασσινή αγκάλη, κατάσπαρτη από άσπρα και χρωματιστά βότσαλα, τα Λαλάρια, πέτρες που τις μετέτρεψε  το κύμα σε λεία γλυπτά.
Το Κάστρο,  «γενικόν προσκύνημα των κυμάτων, καθολική σύναξις όλων των βρυχηθμών των ανέμων και όλων των αλαλητών8 καταιγίδων, ήτον ο ορφνός9 και φαλακρός ο υψίνωτος της πέτρας πάγος. Παλάτιον της ερήμου και της σιγής θρόνος βαθείας μελαγχολίας, ο πελώριος βράχος ο βορεινός, ο θαλασσόπληκτος επάνω του οποίου ήτο εκτισμένον ποτέ το παλαιόν κατηρειπωμένον σήμερον  χωρίον....  10 γήινος όγκος που ορμά με βία προς τον πόντον.
Το Κάστρο με μίαν μόνον εμπασιάν από την ξηράν, όπως η Μονεμβασιά της Πελοπονήσου, ««διηγείται πέντε αιώνων σπαρακτικήν ιστορίαν αίματος και μαρτυρίου»11 ήταν η παλιά πρωτεύουσα του νησιού κατά την περίοδον του πολέμου της Γενοβέζικης και Βενετικής Γαληνοτάτης δημοκρατίας οπότε και η πειρατεία είχε εξελιχθεί σε αληθινή μάστιγα στο Αιγαίο δηλ. από τον 14ον αιώνα μέχρι το 1821. «Οι εντός αυτού κάτοικοι εξ ανάγκης είχον κλεισθεί δια φύλαξιν κατά των πειρατών και των βαρβάρων, εγκαταλιπόντες αυτόν έρημον μετά το 1821»12. Εις την Βορειοτέραν άκραν του βράχου στο Κάστρο, δίπλα στο καπηλειό όπου οι Σκιαθίτες έπνιγαν τους καημούς τους, είχαν τοποθετήσει το «παμμέγιστο Κανόνι της Αναγκιάς» ή άλλως «το Κανόνι» στο οποίο εστήριζαν όλες τις ελπίδες για την σωτηρία και την προστασία του Κάστρου .
Και ο Μωραϊτίδης επίσης στο έργο του Σκαλικάνζαρος  αναφέρει ότι: «Εδώ εις τον άγριον αυτόν βράχον ήτον κατά τον μεσαίωνα η μόνη της νήσου πόλις δι’ ισχυροτάτου τείχους περιβαλλομένη από της Ενεντοκρατίας και δι’ αυτό Κάστρο αποκαλουμένη».
Όταν το 1453 η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Τούρκων οι κάτοικοι της Σκιάθου προτίμησαν την ενετική προστασία μιμούμενοι τους γείτονές τους Ευβοείς που είχαν μακρόχρονη πείρα. Εξ άλλου διαπίστωναν ότι η Βενετία ήταν την εποχή εκείνη και η μόνη δυνατή προστασία εναντίον των Τούρκων και των πειρατών.
Ως πρώτος  Ενετός διοικητής στη Σκιάθο και τη σκόπελο τοποθετήθηκε ο Paulo Bonzi και έδρα της διοικήσεως ορίστηκε το Κάστρο της Σκιάθου.
«Ο τιτάνειος βράχος. Ανέτεινεν επάνω της θαλάσσης εις ύψος έμπληκτον, πλήρες ιλίγγου και σκοτοδίνης και ήτο ποτέ καλιά 13 πλήρης ψυχών και φωνών και τώρα ήτο έρημος και πλήρης ερειπίων. Και δύο μεγάλοι γυαλοί ένθεν και ένθεν απλώνονται κάτω εις τα θεμέλια δύο φοβερών κρημνών. Ο είς σπαρμένος με βράχους κομμένους εις σχήματα πρανή και κωνοειδή, ως λείψανα παλαιάς γιγαντομαχίας σωζόμενα εις το πεδίον της μάχης, στρωμένος με χαλίκια λευκά, ερυθρά, μαργαρώδη, επίχρυσα και με άμμον φαιάν στίλβουσαν και η άμμος κυρτούται δια μιάς και ο βυθός αποτόμως βαθύνεται, ο κολυμβητής άν ήθελε τολμήσει να επιβή εις το κύμα έλκεται προς την σύτριν14 την βαθείαν την λευκήν την πρασινίζουσαν και γαλανήν την ούσαν λίκνον του μικρού Τρίτωνος και παστάδα της μελαγχολικής Σειρήνος, όπου αφρός και πόντος, όπου κύμα και άβυσσος φαιδρώς παίζουσι ποικίλην και ενίοτε φοβεράν παιδιάν»15
Η ζωή όμως των κατοίκων την εποχή αυτή δεν φαίνεται νάγινε καλύτερη από την προηγούμενη. Οι πειρατικές επιδρομές εξακολούθησαν και δεν υπήρχε ασφάλεια στο νησί. Σε αναφορά τους στις 8 Νοεμβρίου 1531 οι κάτοικοι παραπονούνται προς τον Ενετό ναύαρχο ότι κινδυνεύουν να πεθάνουν από την πείνα γιατί από τον φόβο των πειρατών δεν μπορούν ούτε τα κτήματά τους να καλλιεργήσουν ούτε για ψάρεμα να βγούν, αλλά αναγκάζονται να μένουν κλεισμένοι στο Κάστρο «σαν τα πουλιά στο κλουβί».
Παράλληλα οι Ενετοί καταπίεζαν περισσότερο τους Έλληνες υπηκόους τους. Ενεργούσαν πειρατείες ακόμη και σε βάρος των Ελλήνων και η συμπεριφορά τους γενικά ήταν τόσο σκληρή, ώστε πολλοί άνδρες των Βενετοκρατουμένων περιοχών για να αποφύγουν την τυραννία τους κατατάσσονταν στο τουρκικό στόλο.
Σε τέτοιο σημείο έφτασε η απελπισία τους ώστε όταν τον Ιούνιο του 1538 πολιορκούσε το Κάστρο της Σκιάθου ο Χαιρρεδίν Βαρβαρόσσα με περισσότερα από 80 πλοία βρέθηκαν άνθρωποι να σκοτώσουν τον τραυματισμένο ενετό διοικητή και κατόπιν συνθήκης να παραδώσουν το Κάστρο στους Τούρκους.
Στο Κάστρο έγινε το κέντρο  του νησιού αναπτύχθηκαν οι συναλλαγές και το εμπόριο και  κτίστηκαν παραπάνω από 30 εκκλησιές. Στην είσοδο υπήρχε η εκκλησιά του Αγ. Σώστη όπως πληροφορούμαστε από το μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη τη Φόνισσα. Υπήρχαν επίσης οι εκκλησιές του Χριστού, Της Παναγιάς της Πρέκλας, της Παναγιάς της Ομορφομάτας, της Αγίας Μαρίνας, του Αγίου Νικολάου.
Ήταν ένας χώρος που σφηνώθηκε  στην καρδιά των Παλαιοσκιαθίων που δεν ήθελαν να  το αποχωρισθούν εύκολα, «Πολλαί οικίαι  εσώζοντο ακόμα εις το Κάστρον, ότι οικογένειαι τινές συνήθιζον να διατρίβωσι το θέρος εκεί, και ότι εις την φαντασίαν των ανθρώπων υπήρχε προκατάληψις υπέρ του «Παλαιού Χωριού», το οποίον επονούσαν οι γεροντότεροι, και δεν είχαν συνηθίσει ακόμη εις την νέαν τάξιν των πραγμάτων ούτε εις βίον ειρηνικόν, χωρίς επιδρομάς κλεφτών και πειρατών και της Τουρκικής αρμάδας, και η εγκατάστασις εις την νέαν πόλιν δεν ενομίζετο οριστική, αλλ΄ υπήρχε προσδοκία ότι οι άνθρωποι θα εβιάζοντο και πάλιν να επανέλθουν εις τα παλαιά, τα «μαθημένα» των. Κι  ενώ όλο το Κάστρον ανεπόλουν, και το Κάστρον ελυπούντο και ερέμβαζον, και το είχον εις το στόμα, δεν έπαυον όμως να κτίζωσιν οικοδομάς εις τον νέον συνοικισμόν -όπως  απεδείχθη  δια  μυριοστήν φοράν  ότι  συνήθως  οι  άνθρωποι  άλλα  σκέπτονται  και  άλλα κάμνουν,   και  ότι  μιμούνται  αλλήλους  μηχανικώς»16.
΄Ετσι   το χωριό ερήμωσε και ονομάστηκε και επισήμως  Έρημο Χωριό.    «Αριστερόθεν του γιγαντιαίου βράχου του Ερήμου Χωριού, πρός δυσμάς άλλος αιγιαλός απρόσιτος, άνορμος απλώνεται .......Όλον το παλιόν χωρίον ήτον ερείπιον, απλωμένον επί των νώτων του γίγαντος με τους πόδας θαλασσωμένου βράχου. Μέρος αυτού είχε κατεδαφίσει ο χρόνος, μέρος οι άνθρωποι. Πότε οι ίδιοι πρώην κάτοικοι των παλαιών οικιών, συχνότερον τα τέκνα των, πότε οι μαστόροι, οι κτίσται, κατ εντολήν η άνευ εντολής έπαιρναν από τα παλαιά κτίρια, ό,τι στερεόν είχον ταύτα, την ξυλείαν της στέγης, πόρτες, παράθυρα, πολλάκις τούβλα και κεραμίδια, βιαζόμενοι εκ της αχρηματίας, επειδή «η ξύντροφος πενία» εμάστιζε και τότε δεινώς το ελληνικόν, και μάλιστα τους κατοίκους της νήσου, μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων, κατόπιν του φοβερού Αγώνος (εννοεί τον αγώνα του 1821)-τα μετεκόμιζον  δε διά ξηράς ή δια θαλάσσης εις την πολίχνην την νεόκτιστον πρόν νότον απέχουσαν δρόμον τριών ωρών».17
Πέρασαν τα χρόνια κι οι καιροί και το Κάστρο ερήμωσε και στοίχειωσε στις ψυχές των ανθρώπων. «Τα φαντάσματα ταύτα, στοιχειά, εξωτικά, λογιών-λογιών κρούσματα 18 δεν έπαυαν να εμφανίζονται την νύκταν να επισκέπτωνται μελαγχολικώς τα ερείπια, να περιφοιτώσιν εις τας κατεδαφισμένας οικίας, αίτινες εστέγασαν ποτέ ζωάς και ψυχάς και τώρα εκάλυπτον μυστήρια άγνωστα υπό τους σωρούς των λίθων. Εκάστη παλαιά κατοικία είχε το ζώδιόν της. Το ζώδιον τούτο ελάμβανε την μορφήν εκείνου του σφαγίου το οποίον είχε θυσιασθή κατά την θεμελίωσιν της οικίας, της κτιζομένης εκάστοτε μετά τον ψαλλέντα αγιασμόν. Εάν το σφαγιέν ζώον ήτο πετεινός έβγαινε συχνά την νύκτα, εξαφνίζων τους ενοίκους, ενόσω η οικία ήτον ορθία ακόμη, και εξακολουθούσε και τώρα να βγαίνει παραπονετικώς, λαλών με φωνήν θρηνώδη επάνω εις τα ερείπια. Εάν το θυσιασθέν ήτο αρνίον έν πράγμα λευκόν, πράον, ήμερον, ομοιάζον με αρνίον δεν παύει να βγαίνει ακόμη γύρω εις τα θεμέλια της οικίας, βελάζον θλιθερώς. Εάν το θύμα ήτο μοσχάριον, ένα βοϊδάκι μικρόν μαυροκόκκινον επαρουσιάζετο τριγύρω εις τα ερείπια. Εμούγκριζε με σιγανήν φωνήν και πολλάκις ενόσω η οικία εκατοικείτο, το μούγκρισμά του προσήμαινε κακόν δια τους οικοκυραίους..»19 
Μπροστά από τον βράχο του Κάστρου υπάρχουν δυο μικρά νησάκια τα καλούμενα Καστρονήσια. «Κατέμπροσθεν, ολίγον βορειοδυτικώς εις τον βράχον του έρημου Χωριού απεσπασμένοι, βαπτισμένοι εις το κύμα δύο βράχοι παντέρημοι ανακύπτουσι. Κάτω εις τους πόδας, τούτων τα άντρα τα θαλάσσια και τας σπιλάδας τας θαλασσογλύπτους, εκεί βόσκουσι και λοξοπατούσι τα θαυμασιώτερα πετροκάβουρα και παγούρια του κόσμου, με τα ερυρθά προέχοντα ως κλαδωτά αυγά των, ψηνόμενα ψάλλοντα μελωδικώς με την ανθρακιάν, μεγάλα, εύχυμα, την γεύσιν. Κι επάνω εις του δύο εκείνους υψηλοκρήμνους σκοπέλους, όστις θα ετόλμα ποτέ ν’ αναρριχηθή δια να συλλέξη να δύναται εξαίσια λάχανα και θαυμασίας αγριοκράμβας, οφείλει να ζωσθεί καλώς με χονδρόν σχοινίον περί την μέσην, να προσδέση έν άκρον εις το χονδρόν κορμό του γηραιού θαλασσίου θάμνου, του προσφυομένου επί της οφρύος του βράχου, είτα ν’ αναρριχηθή εις το μέτωπον του κρημνού αργά και με άκραν προφύλαξιν και πάλιν βέβαιος δεν θα είναι αν θα ευτυχήση να κατέλθη σώος και υγιής από το ύψος εκείνο, όπου οι γλάροι θρηνωδώς κρώζωντες περιίπτανται περί τας γωνίας του βράχου και τας εξοχάς, περί το μέρος όπου κρύπτεται η φωλεά των, εις την θέαν του ξένου επιδρομέως.
Είναι τόσον πολύτιμα τα αγριολάχανα του θαυμασίου εκείνου βράχου, ώστε ποτέ δεν αγοράζονται αντί οσουδήποτε ποσού χρημάτων.... Μόνον πληρώνονται ή  με την αγάπην   και με φιλίαν ή ενίοτε με κεράσματα.»20
Η περιοχή γύρω από το Κάστρο θαλάσσια και γήινη έχει γράψει ιστορία,  φορτισμένη και φορτωμένη με τις αγωνίες των κατοίκων τις παραδόσεις, και τις μάχες για την ελευθερία και την επιβίωση τους. Κάθε βράχος κάθε χαλίκι ακόμη και η θάλασσα μαρτυρούν του λόγου το αληθές. «Προς τον νότον των δύο βράχων, εις το μέσον του πόντου, πάντοτε σχεδόν, εν γαλήνη και εν τρικυμία, ακούεται μία ορχήστρα, ήτις έχει πάντοτε «δικό της σκοπό», καθώς λέγουν. Είναι μία ύφαλος, ήτις καλείται κοινώς Καλαφάτης. Δια τινος οπής εκβλύζει υποβρυχίως το νερόν, είτα αναπηδά και αποτελεί κρότον όμοιον με της ματσόλας ή ξυλίνης σφύρας του καλαφάτη, -η του διανάκτου, όπως λέγουν εις τον Β. Ναύσταθμον- επί των πλευρών επισκευαζομένου πλοίου. Η ματσόλα ή η σφύρα αύτη δεν παύει, ημέραν και νύκτα, ακούραστος ακοίμητος, ν’ ακούεται. Κατ’ άλλους ο Καλαφάτης ωνομάσθη ούτω μετ’ είρωνος ευφημισμού, ως καλαφατίζων τάχα τα πλοία τα οποία  θα εξέπιπτον σιμά εις την δικαιοδοσίαν του οιονεί εις το Καρνάγιον του».21
Κάποτε στο Κάστρο στην πρωτεύουσα, στην κεφαλή της Σκιάθου λειτουργούσαν 30 εκκλησιές. Όλοι σχεδόν οι Άγιοι ετιμώντο, το ποίμνιον ήτο σεβάσμιον. Κάθε οικογένεια διατηρούσε και εφρόντιζε να λατρεύει και να λειτουργεί τον προστάτην άγιον της. Κάθε οικογένεια, όπως είχε τον φούρνον της  είχε και την εκκλησιά της. Πάνω απ’ όλους όμως τους Αγίους ο Χριστός είχε το πρόσταγμα. Ο χριστός ήταν ο μπροστάρης – προστάτης,  ο φύλακας του Κάστρου.
Σήμερα στο Κάστρο διατηρούνται και λειτουργούν ατόφυες περίπου 10 εκκλησίες μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η Αγία Μαρίνα, ο Αγιος Νικόλαος ο Άγιος Βασίλειος. Η  Μεταμόρφωση του Σωτήρος παραμένει ένα ερείπιο χαίνον που από μακριά φαντάζει αποστεομένον κρανίον. Η Παναγιά η Πρέκλα, όνομα κι αυτό για την Παναγία,  κοίτεται ερείπιον. Η Παναγιά η Μεγαλομάτα που κάποτε υπήρξε ωραίος ναίσκος σώζεται  μόνο από την επιγραφή που δηλώνει το σημείο όπου υπήρξε η μικρή εκκλησιά.
«Ο μικρός οικίσκος.... ορθή σκοπιά κοιμωμένων σωμάτων, έκειτο πλησίον εις τον τότε σωζόμενον ωραίον ναίσκον της Παναγίας της Μεγαλομάτας, πέριξ του οποίου υπήρχον και δύο ή τρείς οικίαι ακόμη διατηρούμεναι.....Ο ναίσκος εορτάζων  το Σάββατον του ακαθίστου ήτο ευπρεπής κ’ εδέχετο συχνά τον φόρον της ευλαβείας των οικοκυράδων».22  Και η εικόνα της Παναγιάς της Μεγαλομάτας διατηρείται στη μνήμη μας μέσα από την πένα του κυρ Αλέξανδρου. «Ήτον  μία μεγάλη εικών της Θεοτόκου, αρχαική, μέ αδρούς χαρακτήρας, μέ πρόσωπον το διπλάσιον του φυσικού, με μεγάλους οθφαλμούς και με τον Χριστόν, έν βρέφος με παμμεγίστην κεφαλήν, φορούν χιτώνα φωτεινόν, «τον αναβαλλόμενον το φώς ως ιμάτιον»23.
Σήμερα στο Κάστρο υπάρχει δείγμα Καστρινής οικίας : «Μία επάνοδος εις το παρελθόν, μία οπή δια της οποίας έβλεπέ τις τα περασμένα ως εις πανόραμα, ζωντανή ανάμνησις μέσα εις την τέφραν της λήθης»24.

O κυρ Αλέξανδρος, με την γνώση και την έμπνευσή του, πέρασε σε αδαμάντινο νήμα μέσα από την τέχνη του λόγου όλες τις πολύτιμες πέτρες -μαργαριτάρια, ρουμπίνια, ζαφείρια και σμαράγδια -της γλώσσας μας,  που έχει ιστορία πάνω από 4.000 χρόνια, και της ιδιαιτέρας του πατρίδας της νήσου Σκιάθου. Με τα πετράδια αυτά κληρονομιά πολύτιμη για όλους μας ο κυρ Αλέξανδρος εκόσμησε τα έργα του. Σε εμάς λοιπόν εναπόκειται ν’ ανοίξουμε αυτό το θησαυροφυλάκειο και να τον απολαύσουμε.

23- 4- 2005
Αλεξάνδρα Σταυρακάκη